Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

Η παθογένεια του Ελληνικού Τραπεζικού Συστήματος


Το τραπεζικό σύστημα σε μια οικονομία, θα μπορούσε να παραλληλιστεί με το κυκλοφορικό σύστημα στο ανθρώπινο σώμα.
Όπως μέσω του κυκλοφορικού συστήματος διοχετεύεται το αίμα στα διάφορα όργανα του σώματος για να αναπτυχθούν και να λειτουργήσουν, έτσι και το τραπεζικό σύστημα (θα έπρεπε να) συγκεντρώνει τα κεφάλαια από τους αποταμιευτές και (να) τα διοχετεύει στις διάφορες οικονομικές δραστηριότητες, που εξυπηρετούν τις ανάγκες των πολιτών, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και γενικά συμβάλλουν στην ανάπτυξη της κοινωνίας.
Βεβαίως, αυτή η σημαντική λειτουργία που (θα έπρεπε να) επιτελούν οι τράπεζες, αποφέρει ένα σημαντικό θεμιτό κέρδος για τις ίδιες, που εκφράζεται με τη διαφορά των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων. Το ύψος αυτής της διαφοράς, (θα έπρεπε να) είναι συνάρτηση από τη μια μεριά, του επιχειρηματικού ρίσκου των σχεδίων που επέλεξαν να χρηματοδοτήσουν οι τράπεζες, και από την άλλη, του επιπέδου των διαθέσιμων κεφαλαίων που κατάφεραν να συγκεντρώσουν.
Επειδή ακριβώς, ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος είναι κορυφαίας σημασίας για την οικονομία, (θα έπρεπε να) υπάρχει, αφενός μεν, ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κανόνων που (να) προσδιορίζουν τον επιθυμητό προσανατολισμό της λειτουργίας του, και αφετέρου, το τραπεζικό σύστημα (να) υπόκειται σε αυστηρό και συνεχή έλεγχο, που (να) διασφαλίζει την ομαλή και χρηστή λειτουργία του.
Όπως πιθανώς παρατηρήσατε στις προηγούμενες παραγράφους, χρησιμοποίησα συχνά τη φράση «θα έπρεπε να» μέσα σε παρένθεση, γιατί η πραγματικότητα στη λειτουργία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, δυστυχώς είναι διαφορετική.
Είναι γεγονός πως οι τράπεζες - ελλείψει ενός σοβαρού συστήματος ελέγχου και κυρώσεων από το κράτος – έχουν καταφύγει σε μεθόδους εύκολου και θεαματικού πλουτισμού, εις βάρος πάντα της ανάπτυξης του τόπου και της τσέπης των πολιτών.
Αντί οι τράπεζες να χρηματοδοτούν τις επιχειρηματικές προσπάθειες, αναλαμβάνοντας μαζί με τον επιχειρηματία το ρίσκο που τους αναλογεί – και για το οποίο, άλλωστε, πληρώνονται αδρά με τους αντίστοιχους τόκους που επιβαρύνουν το δανειζόμενο ποσό – προτιμούν την εύκολη οδό της τοκογλυφίας!
Με την εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία πότε να «σφυρίζει αδιάφορα» και πότε να τους «κλείνει το μάτι» με ευνοϊκές-χαριστικές διατάξεις και «παράθυρα» νόμων, οι τράπεζες εξαπατούν τους πολίτες, ποντάροντας στην αφέλειά τους, που το ίδιο το σύστημα καλλιεργεί μέσω των Μέσων Μαζικής Αποβλάκωσης (γνωστά και ως ΜΜΕ) και της στρατευμένης στα συμφέροντά του «Παιδείας».
Μας «βομβαρδίζουν» καθημερινά με παραπλανητικές διαφημίσεις για εύκολα στη σύναψη, αλλά πολύ δύσκολα στην εξόφληση, δάνεια.
Εθίζουν τους πολίτες στον υπερκαταναλωτισμό δημιουργώντας επίπλαστες ανάγκες.
Συνωμοτούν με άλλες επιχειρήσεις, για να τους φορτώσουν με πιστωτικές κάρτες που έχουν αστρονομικά επιτόκια, τη στιγμή που τα επιτόκια καταθέσεων σκοπίμως είναι καθηλωμένα στο ναδίρ.
Παραβιάζουν την προσωπική ζωή των πολιτών, τηλεφωνώντας τους συνεχώς, - ακόμα και σε ακατάλληλες ώρες, - για να τους πουλήσουν εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, και πάσης φύσεως καταναλωτικά δάνεια, αποσκοπώντας να παγιδέψουν το μέλλον όσων «τσιμπήσουν», στη σαγήνη της ματαιοδοξίας τους.
Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, η αποθράσυνσή των τραπεζών έχει σπάσει κάθε ηθικό φραγμό. Χρησιμοποιούν απροκάλυπτα μαφιόζικες μεθόδους για να τρομοκρατήσουν τα εγκλωβισμένα θύματά τους. Παραβιάζοντας παράφορα το Σύνταγμα και κάθε έννοια ανθρώπινου δικαιώματος, οι τράπεζες έχουν προσλάβει πληρωμένους τραμπούκους (κομψότερα : εισπρακτικές εταιρείες), που ασκούν ψυχολογική βία, σε όσους πελάτες-θύματά τους καθυστερήσουν να πληρώσουν κάποια δόση του δανείου τους. Με εκβιασμούς και φοβέρες εμπλέκουν το συγγενικό, εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον του οφειλέτη, αποσκοπώντας να σπιλώσουν την υπόληψη του θύματός τους και να καταρρεύσει η προσωπικότητά του, καθιστώντας το έρμαιο στις απαιτήσεις τους. Ούτε ο αρρωστημένος εγκέφαλος του ναζιστή Γκέμπελς δε θα μπορούσε να συλλάβει τέτοιο σχέδιο ηθικής εξόντωσης!
Κι όλα αυτά συμβαίνουν με την επίσημη Πολιτεία να κρατά μια παγερά αδιάφορη στάση στις κραυγές των - ολοένα και περισσότερων - θιγόμενων πολιτών∙ στάση, που την καθιστά συνυπεύθυνη!
Η επιλογή αυτής της πρακτικής των τραπεζών έχει τη «λογική» εξήγησή της.
Οι τράπεζες εκμεταλλευόμενες την εγκληματική έλλειψη κανόνων και τον πλημμελή έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές, ασυδοτούν και αποκλίνουν από την ουσία του κεντρικού ρόλου τους στη λειτουργία της οικονομίας.
Οι τράπεζες προτιμούν τις τοκογλυφικές δραστηριότητες, που τους εξασφαλίζουν γρηγορότερα, τεράστια κερδοφορία.
Βλέπετε, η χρηματοδότηση στην παραγωγή, που θα έδινε αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία, απαιτεί σχετικά μεγάλα κεφάλαια, εμπεριέχει ρίσκο και τα κέρδη έρχονται με σχετική καθυστέρηση. Και οι τραπεζίτες, τυφλωμένοι από την απληστία τους, βιάζονται να υπερπλουτίσουν. Έτσι, με την ανοχή της Πολιτείας, επικεντρώνονται στην προσφορά μικροδανείων σε αφελείς και επιπόλαιους πολίτες, στοχεύοντας να τους παγιδέψουν και να βάλουν στο χέρι τις περιουσίες τους. Με τη βοήθεια μάλιστα του Τειρεσία, αυτής της κατασκοπευτικής οργάνωσης, που είναι επιφορτισμένη να «φακελώνει» τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών, οι τράπεζες «μαρκάρουν» - όπως τα ζώα - τα υποψήφια θύματά τους, ώστε να ξέρουν ποιους αξίζει να «ξεζουμίσουν» περισσότερο.
Με τις εκατοντάδες κατασχέσεις ακινήτων και αυτοκινήτων που βλέπουμε καθημερινά να δημοσιοποιούνται στις εφημερίδες, οι τράπεζες μοιάζουν περισσότερο με κτηματομεσιτικά γραφεία ή μάντρες αυτοκινήτων, παρά με πιστωτικά ιδρύματα. Με τόσα ακίνητα που περνάνε στην κατοχή τους, συναγωνίζονται επάξια το κτηματολόγιο της μονής Βατοπαιδίου!

Εύλογα ερωτήματα αναζητούν πειστικές απαντήσεις:
- Υπάρχει, διέξοδος από το σημερινό τέλμα που μας οδήγησε η απληστία των τραπεζών;
- Μεσούσης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, υπάρχει δυνατότητα θωράκισης της ελληνικής οικονομίας και κατά συνέπεια των Ελλήνων πολιτών;
Ζούμε την πτώση του ιδεολογήματος του νεοφιλελευθερισμού του Milton Friedman, όπου η έννοια της ελευθερίας της αγοράς, συγχέονταν και ταυτίζονταν με την έννοια της ασυδοσίας των ισχυρών. Ταυτόχρονα, η εμπειρία του απόλυτου κρατισμού καταδικάστηκε εκ των πραγμάτων, με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Η λύση – όπως πάντα - βρίσκεται κάπου στη μέση! Το κράτος, επιτέλους, πρέπει να αναλάβει το ρόλο που του αρμόζει. Πρώτον, να θεσπίσει αυστηρούς, αλλά δίκαιους κανόνες, με βάση τους οποίους θα λειτουργεί η οικονομία. Δεύτερον, να φροντίσει να παρεμβαίνει με τους μηχανισμούς του, για να ελέγχει την τήρησή τους. Παραβάτες θα υπάρχουν πάντα, αλλά σε μια ευνομούμενη πολιτεία, οι παραβάτες δε μένουν ατιμώρητοι!
Το κράτος μπορεί και πρέπει να αντιδράσει στην απόλυτη εξουσία των τραπεζών. Η ανίερη σιωπηλή συνωμοσία των τραπεζιτών με τις υπόλοιπες μορφές εξουσίας, εις βάρος των πολιτών, πρέπει επιτέλους να τερματιστεί.
Υπάρχουν εργαλεία που μπορούν να επιβάλλουν την τάξη και τη δικαιοσύνη.
Για παράδειγμα, οι εισφορές των ασφαλισμένων που εισρέουν στα Ασφαλιστικά Ταμεία. Αντί να «επενδύονται» μέσω των τραπεζών - και των άλλων ληστρικών συμμοριών, - σε δομημένα ομόλογα και άλλες «τοξικές» επενδύσεις, ας αξιοποιηθούν άμεσα από τα ίδια τα Ασφαλιστικά Ταμεία. Να ιδρύσουν τα Ασφαλιστικά Ταμεία τραπεζικά ιδρύματα, που θα παρέχουν στους ασφαλισμένους τους χαμηλότοκα δάνεια σε σχέση με τα δάνεια των άλλων τραπεζών. Η λύση αυτή είναι συμφέρουσα και για τα Ταμεία, αλλά και για τους ασφαλισμένους τους – δανειολήπτες.
Έτσι το επιχείρημα «περί δήθεν ελεύθερου ανταγωνισμού» που χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα οι τράπεζες για να δικαιολογήσουν τις ασυδοσίες τους, θα γυρίσει ως μπούμερανγκ για τις ίδιες. Από τη μια, θα αναγκαστούν και οι τράπεζες να μειώσουν τα επιτόκιά τους για να ανταγωνιστούν τα χαμηλά επιτόκια των Ταμείων. Και από την άλλη, θα χάσουν τη «χρυσοφόρα αγελάδα» (δηλαδή τα Ταμεία) που «άρμεγαν» τόσα χρόνια δίνοντάς τους αστεία επιτόκια για τις τεράστιες καταθέσεις τους, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιες θησαύριζαν εις βάρος τους.
Βλέπουμε λοιπόν πως η λύση στο βραχνά των τραπεζών, απαιτεί πολιτική τόλμη και εντιμότητα!
Τα διαθέτει, όμως, κανένας από τους σημερινούς πρωταγωνιστές του πολιτικού μας βίου;;;

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Ασφαλιστικό: «Αναίμακτες» λύσεις υπάρχουν! Η πολιτική βούληση λείπει…


Σε ένα υπαρκτό πρόβλημα όπως είναι αυτό του ασφαλιστικού, δυστυχώς αναζητούμε τη λύση του σε λανθασμένη κατεύθυνση!
Έχουμε πέσει θύματα των «πραιτόρων» του κατεστημένου πολιτικοοικονομικού συστήματος, που θέλουν να μας πείσουν ότι η μόνη διέξοδος από το τέλμα στο ασφαλιστικό, -που οι ίδιοι, άλλωστε, δημιούργησαν- είναι η βάρβαρη περικοπή των ήδη λειψών ασφαλιστικών μας δικαιωμάτων!
Όμως η Κοινή Λογική, μας λέει ότι όχι μόνο δεν πρέπει να γίνουν περικοπές σε συντάξεις και ασφαλιστικά δικαιώματα, αλλά αντιθέτως, για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της συνεχούς βελτίωσης του βιοτικού μας επιπέδου, είναι απόλυτη ανάγκη να συμβούν τα ακόλουθα:

α) Να αυξήσουμε τις περισσότερες συντάξεις που βρίσκονται σε απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα, σε σχέση με την οικονομική ευημερία που έχουμε κατακτήσει τις τελευταίες δεκαετίες. Όχι μόνο να υπάρχει πλήρη ανταπόδοση στους ασφαλισμένους αναλογικά με τις εισφορές τους, αλλά να υπάρχει πρόνοια και για τους ανασφάλιστους, έτσι ώστε όλοι να ζούμε με αξιοπρέπεια στα γεράματά μας. Από δω και πέρα, ας φροντίσει η Πολιτεία να μην υπάρχουν πλέον ανασφάλιστοι!

β) Να βελτιώσουμε και να διευρύνουμε την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που είναι ιδιαίτερα ακριβή για τους περισσότερους μη-προνομιούχους ασφαλισμένους και πλημμελώς ανεπαρκής σε πάρα πολλά ασφαλιστικά ταμεία.
Ταυτόχρονα να πατάξουμε τα παραφαρμακευτικά και παραϊατρικά κυκλώματα, που χρεώνουν με απίστευτα ποσά τα Ταμεία για εικονικές ιατρικές εξετάσεις και υπερβολικές συνταγογραφήσεις.

γ) Να βελτιώσουμε τις συνθήκες ασφάλισης και τις παροχές σε πολλές ευπαθείς κατηγορίες εργαζομένων, όπως τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, τις εργαζόμενες μητέρες, τους πολύτεκνους εργαζόμενους, και λοιπές ειδικές κατηγορίες που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής.
Ταυτόχρονα θα πρέπει να αφαιρεθούν τα εξόφθαλμα, προκλητικά και σκανδαλώδη προνόμια από αυτούς που τα λυμαίνονται αδίκως και χαριστικά, εις βάρος των υπόλοιπων εργαζομένων (π.χ. βουλευτές, δήμαρχοι, κ.ά. ).

Και πριν προλάβει κανένας κακόβουλος απολογητής του υφιστάμενου απαράδεκτου συστήματος ή κανένας αφελής, «φιλήσυχος» αλλά βαθειά νυχτωμένος πολίτης, να αναρωτηθεί: «Καλά όλα αυτά που μας λέτε, αλλά που θα βρεθούν όλα αυτά τα χρήματα για να δοθούν στους ασφαλισμένους;», παραθέτω (ορισμένους μόνο) τρόπους που μπορούν να δώσουν «αναίμακτες» για τους εργαζόμενους και στέρεες, μακροπρόθεσμες, για την επίλυση του ασφαλιστικού, λύσεις:

1) Να δοθεί η δυνατότητα στα Ταμεία να μπορούν να εκμεταλλευτούν τα ίδια τα αποθεματικά τους, εκτελώντας διάφορες τραπεζικές εργασίες. Έτσι, θα μπορούν να δανείζουν στους ασφαλισμένους τους με χαμηλότερα επιτόκια από αυτά των τραπεζών, αλλά ταυτόχρονα τα ίδια θα αποκομίζουν υψηλότερα οφέλη από τις μέχρι σήμερα «επενδύσεις» που έκαναν, ωφελώντας κυρίως διάφορους μεσάζοντες ή καιροσκόπους (τράπεζες, διορισμένους διοικητές ταμείων, διεθνή κυκλώματα μεγαλοαπατεώνων, διεφθαρμένους κυβερνητικούς παράγοντες, κλπ.). Με τον τρόπο αυτό θα ωφεληθούν και τα Ταμεία που θα έχουν πολύ καλύτερες αποδόσεις στα κεφάλαιά τους, αλλά και οι ασφαλισμένοι που θα μπορούν να δανείζονται με χαμηλότοκα δάνεια, χωρίς την αφαίμαξη που τους κάνουν οι τράπεζες!
Οι μόνοι «χαμένοι» θα είναι οι «αιμοβόροι γύπες» της οικονομίας μας, οι ανάλγητοι και αδίστακτοι Τραπεζίτες, που θα μειωθούν τα απαράδεκτα υπερκέρδη τους! (Πρόσφατα μια μεγάλη ελληνική τράπεζα –όπου μεγαλομέτοχος της είναι και η Εκκλησία της Ελλάδος- ανακοίνωσε ξεδιάντροπα, κέρδη 1,625 δισεκατομμυρίων ευρώ για το 2007!!!!!! Μπορείτε να συλλάβετε το μέγεθος του ποσού;).

2) Δημιουργία και απρόσκοπτη λειτουργία ενός αυστηρού εισφοροεισπρακτηκού μηχανισμού, που να μην «χαρίζεται» στους μεγαλοοφειλέτες και να μην εξαντλεί όλη την αυστηρότητά του στους ανήμπορους και στους τίμιους μικροεπιχειρηματίες. Αν τα Ταμεία είχαν την ικανότητα και οι κυβερνήσεις την πολιτική βούληση, να εισπράττουν από όλους τις εισφορές ασφάλισης, χωρίς χαριστικές ρυθμίσεις και σκόπιμους αλληθωρισμούς μπροστά στα χρέη των ισχυρών, δε θα υπήρχαν σήμερα αυτά τα ελλείμματα. Και πρώτο από όλους, θα πρέπει να συμμορφωθεί το ίδιο το κράτος, που σαν εργοδότης, είναι μέγας κακοπληρωτής των ασφαλιστικών εισφορών!

3) Νοικοκύρεμα και αποτελεσματικός ορθολογικός έλεγχος στα έξοδα για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ασφαλισμένων. Όλοι είμαστε σιωπηλοί μάρτυρες (και πολλές φορές εξαναγκασμένοι παθητικοί συνεργοί) της καταλήστευσης των ασφαλιστικών ταμείων, από τις φαρμακευτικές εταιρείες σε συνεργασία, δυστυχώς, με αρκετούς επίορκους γιατρούς, που επιβαρύνουν προς όφελός τους τα ασφαλιστικά μας βιβλιάρια, με άχρηστα και πανάκριβα φάρμακα και περιττές πανάκριβες εξετάσεις. Ταυτόχρονα, σε περιπτώσεις όπου πραγματικά υπάρχει μεγάλη ανάγκη, βλέπουμε το αποκρουστικό πρόσωπο του ανάλγητου ασφαλιστικού συστήματος, να αρνείται να καλύψει εύλογα ιατρικά έξοδα, στερώντας ακόμα και ανθρώπινες ζωές! Αυτή η κατάσταση θα πρέπει να τερματιστεί και να μπει επιτέλους μια τάξη, που θα επιτρέπει τη διαφάνεια, τον εξορθολογισμό και τον έλεγχο των συνταγογραφήσεων και των ιατρικών εξετάσεων και θα αποθαρρύνει τους παραβάτες με εξαντλητικές ποινές.


4) Αποφασιστικά μέτρα για την πάταξη της μαύρης ανασφάλιστης εργασίας. Να λειτουργήσει ο κρατικός μηχανισμός που θα εντάξει όλους τους εργαζόμενους, αλλοδαπούς και ημεδαπούς, στο σύστημα ασφάλισης, έτσι ώστε και οι ίδιοι να απολαμβάνουν υπηρεσίες ασφάλισης και το σύστημα να τροφοδοτείται με τις εισφορές τους. Αντίθετα όμως, παρατηρείται το φαινόμενο, οι ίδιοι επίδοξοι «Σωτήρες» του ασφαλιστικού, να πριμοδοτούν την ανασφάλιστη ή ημι-ασφαλισμένη εργασία, με κατάπτυστες, αποικιοκρατικού χαρακτήρα συμβάσεις, (τύπου ΣΤΕΪΤΖ), που εξαθλιώνουν τους εργαζόμενους, ενώ ταυτόχρονα τους κρατάνε ως πολιτικούς ομήρους, προκειμένου να τους ανταλλάξουν με ψήφους στις επόμενες εκλογές!

Αυτές είναι μερικές μόνο σύντομες προτάσεις ΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ του ασφαλιστικού προβλήματος, που αν εφαρμοστούν, μπορούν να το λύσουν, όχι μόνο χωρίς να θίξουν τα δικαιώματα των ασφαλισμένων, αλλά βελτιώνοντάς τα!
Δεν ισχυριζόμαστε ότι ανακαλύψαμε την Αμερική, απλά τονίζουμε ότι η λύση σε φαινομενικά πολύ δύσκολα προβλήματα, συνήθως βρίσκεται στην τήρηση των αυτονοήτων, πού όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε!
Επιτέλους, αν «πρέπει να σπάσουν αυγά για να γίνει ομελέτα» όπως πολύ γλαφυρά διατείνονται οι υπηρέτες του συστήματος περιφερόμενοι στα διάφορα τηλεοπτικά κανάλια, ας είναι τα «αυγά του φιδιού», (δηλαδή τα υπερκέρδη των τραπεζών, τα συμφέροντα των μεσαζόντων, τα παραφαρμακευτικά και παραϊατρικά κυκλώματα, και η κακή οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης)! Αυτά τα «δίκροκα αυγά» πρέπει να σπάσουν για να γίνει χορταστική η ομελέτα και όχι τα λιανά αυγουλάκια των ταλαίπωρων ασφαλισμένων!

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2003

Οι οικονομικές διεκδικήσεις μας για την Κατοχή. Μια «μάχη» που δεν τέλειωσε…

Ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου 1940, αποτελεί μια κορυφαία εκδήλωση μνήμης για τους αγώνες που έδωσε ο Λαός μας για την προάσπιση της εθνικής του ανεξαρτησίας και της εδαφικής του ακεραιότητας, ως βασικές προϋποθέσεις για την ειρηνική του διαβίωση και την ανάπτυξη της οικονομικής του ευημερίας.
Πέρα όμως από τη διατήρηση της μνήμης του ηρωικού έπους του ’40, οφείλουμε ως απόγονοι εκείνων που θυσίασαν τη ζωή τους για αυτά τα ιδανικά, να συνεχίσουμε τον αγώνα μας με ειρηνικά πλέον μέσα, για την πλήρη αποκατάσταση και των οικονομικών εγκλημάτων που διαπράχθηκαν ενάντια στον ελληνικό λαό, εκείνη τη μαύρη περίοδο της Κατοχής και τα οποία κατάστρεψαν την εθνική μας οικονομία, καταλήστεψαν τον εθνικό μας πλούτο και υποθήκευσαν το μέλλον μας.
Πρόκειται για δίκαιες απαιτήσεις τις οποίες, ιδιαίτερα εμείς οι οικονομολόγοι, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε!
Η παραίτηση μας από την απαίτηση επιστροφής της καταληστευμένης από τους κατακτητές εθνικής μας περιουσίας, αποτελεί προσβολή στη μνήμη των ηρώων παππούδων μας, που έδωσαν το αίμα τους για να υπερασπίσουν αυτά, τα οποία εμείς αρνούμαστε να διεκδικήσουμε!
Συγκεκριμένα η κατάσταση έχει ως εξής:
Η Ελλάδα σε σχέση με όλες τις χώρες που καταλήφθηκαν από τις δυνάμεις του Άξονα, υπέστη τις περισσότερες διαρπαγές, ολοκληρωτική καταλήστευση του εθνικού της πλούτου, πλήρη αποσύνθεση της οικονομίας της και διάλυση του παραγωγικού της ιστού. Οι Γερμανοί, οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι, οι τρεις αυτοί επιδρομείς, αφαίρεσαν κάθε αγαθό που βρήκαν στον τόπο. Ότι δεν μπόρεσαν να καταληστεύσουν το κατάστρεψαν και το έκαψαν. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υποχρέωσαν αυτή τη μικρή και φτωχή χώρα να χρηματοδοτήσει τις πολεμικές δαπάνες του Άξονα για την εκστρατεία του στην Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, παραβαίνοντας όλες τις διεθνείς συμφωνίες της Κοινωνίας των Εθνών που καθόριζαν τις υποχρεώσεις των κατεχόμενων χωρών έναντι των κατακτητών τους σε περίπτωση πολέμου. Ο τρόπος πληρωμής των εν λόγω πιστώσεων ρυθμίστηκε με τη Συμφωνία της Ρώμης (14 Μαρτίου 1942) η οποία ανακοινώθηκε στην τότε «κυβέρνηση των Αθηνών» με έγγραφο της 23/3/1942 του πληρεξούσιου της Γερμανίας στην Ελλάδα Altebourg. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της συμφωνίας αυτής, «η γερμανική και ιταλική κυβέρνησις θα εχρεώνοντο εις ατόκους λογαριασμούς διά τα πέραν των εξόδων κατοχής λαμβανόμενα ποσά». Η διάταξη αυτή είναι σαφής και κάνει λόγο για χρέος της Γερμανίας και της Ιταλίας προς την Ελλάδα. Το άρθρο 4 δε, καθορίζει ότι « η οριστική ρύθμισις των καταβολών της ελληνικής κυβερνήσεως θα λάβη χώραν αργότερον ». Βέβαια η ρύθμιση αυτού του χρέους προς την Ελλάδα, ουδέποτε «έλαβε χώραν»!
Έτσι, πέρα από τα προβλεπόμενα χρήματα και αγαθά για τη συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής στην Ελλάδα, αφαίρεσαν, άλλοτε με βίαιο και άλλοτε με δόλιο τρόπο, ολόκληρο τον εθνικό πλούτο της χώρας, οδηγώντας τον πληθυσμό της στην πείνα και την οικονομία της στην ολοκληρωτική καταστροφή. Πέρα από τον τρόπο της βίαιης αρπαγής των αγαθών και της βάρβαρης καταστροφής κάθε εναπομείνασας πλουτοπαραγωγικής πηγής, οι κατακτητές χρησιμοποίησαν και μια πιο «εξευγενισμένη» μέθοδο «υπεξαίρεσης», αυτή του πληθωρισμού!
Πήγαιναν, δηλαδή, πρώτα στην Τράπεζα της Ελλάδος, τύπωναν όσα χαρτονομίσματα ήθελαν – δίχως, δυστυχώς, την αποφασιστική αντίδραση από τις τότε Κυβερνήσεις των δοσίλογων – και με τα χρήματα αυτά αγόραζαν ό,τι ήθελαν, προσφέροντας μάλιστα που και που υψηλότερες τιμές σε δραχμές από τις τιμές της αγοράς! Κι έτσι ο πωλητής έμενε ευχαριστημένος, χωρίς να καταλαβαίνει, τουλάχιστον για ένα μικρό χρονικό διάστημα, ότι το χρήμα που έπαιρνε, την επομένη δεν είχε παρά πολύ μικρότερη αξία !
Με τον πληθωρισμό που έκαναν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί για να καλύψουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, καθώς επίσης και με τον πληθωρισμό που συνέχισε η Κυβέρνηση των δοσίλογων των Αθηνών για να καλύψει τις δικές της δαπάνες, πραγματοποιήθηκε μια ολοκληρωτική εξανέμιση της αξίας της δραχμής, που είχε σαν αποτέλεσμα την απογύμνωση του πλούτου της χώρας γενικά.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του αείμνηστου καθηγητή Άγγελου Αγγελόπουλου, η συνολική ζημιά που πραγματοποιήθηκε συνεπεία του πληθωρισμού, μέχρι την 1 Οκτωβρίου 1944, φθάνει τις 27.452.262 χρυσές λίρες Αγγλίας ή 549 εκατομμύρια δολάρια.
Για τη συστηματική αυτή αφαίμαξη ευθύνονται και οι Κυβερνήσεις Κατοχής και ιδιαίτερα οι Υπουργοί των Οικονομικών, οι οποίοι υπέκυπταν δουλικώτατα στις αξιώσεις των Γερμανών και κανένα γενικότερο μέτρο δεν ελάβαιναν για το σταμάτημα ή τουλάχιστο τον περιορισμό του κακού. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, πολλές φορές υποδείχθηκε η ανάγκη να εφαρμοστούν κατάλληλα μέτρα. Τον Οκτώβριο, μάλιστα , του 1943 το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο της Τράπεζας της Ελλάδας, σ’ ένα θαρραλέο υπόμνημα, που υπέβαλε στο Διοικητή της Τράπεζας και που διαβιβάστηκε και στους Γερμανούς, παρουσίαζε την οικτρή οικονομική κατάσταση της χώρας, τα αβάστακτα βάρη που είχαν σωρευμένα οι Αρχές κατοχής και τα μέτρα που έπρεπε να παρθούν για να σταματήσει κάπως το κακό. Το αποτέλεσμα ήταν πως τίποτα δεν έγινε, η κατάσταση χειροτέρευε από μέρα σε μέρα, οι υπουργοί της «Κυβέρνησης των Αθηνών» αδιαφορούσαν και παρακολουθούσαν ανάλγητα την τραγικότητα της κατάστασης με όλες τις φοβερές συνέπειες (πείνα και θάνατοι από υποσιτισμό), οι δε Γερμανοί επίσημοι δεν έκαναν τίποτα στην πραγματικότητα για να βοηθήσουν την Ελλάδα, παρά περιορίζονταν σ’ ένα «θεωρητικό» μονάχα ενδιαφέρον για δήθεν αποστολή τροφίμων ή σε διαπιστώσεις σαν εκείνες του Υπουργού της Εθνικής Οικονομίας του Ράιχ Funk, που σ’ ένα άρθρο του στο περιοδικό «Deutsche Griechische Wirtschafts – Nachrichten» ομολογούσε, ότι η Ελλάς «δοκίμασε τα δεινά του πολέμου και υπέστη τις συνέπειές του, όπως ίσως καμία άλλη χώρα της Ευρώπης».
Έτσι, από την πρώτη στιγμή οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, μόλις υπέταξαν την Ελλάδα, επιζήτησαν να της επιβάλουν, όχι μόνο τα λεγόμενα «έξοδα κατοχής», που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, αλλά όσες το δυνατό περισσότερες πολεμικές τους δαπάνες. Πράγμα, άλλωστε, που πέτυχαν, χάρις στην έλλειψη αντίδρασης από τα όργανα που χρησιμοποίησαν για κυβερνήσεις.
Όπως είπαμε, η μέθοδος που χρησιμοποίησαν για να εισπράξουν χρήματα ήταν ο πληθωρισμός, η αύξηση δηλαδή των μέσων της νομισματικής κυκλοφορίας. Η μέθοδος αυτή είναι η πιο άδικη μορφή της φορολογίας και η πιο εύκολη για κείνον που την εφαρμόζει. Με το ν’ αυξάνουμε τη νομισματική κυκλοφορία, μειώνουμε την αξία του νομίσματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία, ληστεύουμε με άλλα λόγια, μέρα με τη μέρα, τον κάτοχο της δραχμής δίχως καλά – καλά να το νιώθει. Τη μέθοδο αυτή του πληθωρισμού χρησιμοποίησαν στην αρχή έμμεσα οι κατακτητές, θέτοντας, παράλληλα με τη δραχμή, σε κυκλοφορία και δικά τους νομίσματα, («μάρκα κατοχής», «μεσογειακές δραχμές», «λιρέτες», «λέβα», «αλβανικά φράγκα»), αργότερα δε άμεσα, χρησιμοποιώντας δηλαδή απευθείας την εκδοτική μηχανή για το σκοπό αυτό. Τι ποσά εξεδόθησαν κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου δεν είναι απόλυτα γνωστό. Από τα διαθέσιμα στοιχεία που μπορούν να αποδειχτούν, κατά την πρώτη αυτή περίοδο μέχρι το τέλος του 1941 η επιβάρυνση της Ελλάδας ήταν τουλάχιστον 1.104.905 χρυσές λίρες Αγγλίας.
Με τα χρήματα που έπαιρναν οι Αρχές Κατοχής δεν περιορίσθηκαν να διατρέφουν τα στρατεύματά τους και να εξυπηρετούν γενικά τις υπηρεσίες τους, αλλά προέβαιναν και σε αγορές κάθε διαθέσιμου αγαθού ή πρώτης ύλης που βρισκόταν στον τόπο (μηχανημάτων, χρεογράφων κλπ), με τρόπο που δημιουργούσαν μια γενική αποσύνθεση της δραστηριότητας του τόπου, ληστεύοντας και απογυμνώνοντας την Ελληνική Οικονομία.
Σκοπός των Γερμανών ήταν να αφαιρέσουν κάθε τι χρήσιμο γι’ αυτούς ή που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους Συμμάχους ύστερα από την απελευθέρωση, αν έχαναν τον πόλεμο, με τρόπο ώστε να δημιουργήσουν ένα οικονομικό και κοινωνικό χάος. Γι’ αυτό επεδίωξαν τη συστηματική αποσύνθεση της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας και δεν κατέλαβαν ούτε την παραμικρότερη προσπάθεια για να μπορέσει να ορθοποδήσει ο τόπος. Με τα μέτρα, άλλωστε, αυτά απέβλεπαν στο να επιτείνουν την ανεργία και να εξαναγκάσουν όλους τους ανέργους να πάνε στη Γερμανία και να χρησιμοποιηθούν εκεί για πολεμικούς σκοπούς. Και όταν ακόμα εισήγαγαν χρυσές λίρες, που φαίνεται πως ανήλθαν σε 1,5 περίπου εκατομμύριο, για να καλύψουν τάχα ένα μέρος των πολεμικών τους δαπανών και να ελαφρώσουν λιγάκι τον ελληνικό προϋπολογισμό, και τότε το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος από την πώληση των λιρών το χρησιμοποίησαν για την απόκτηση διαφόρων αξιών και άλλων αγαθών, που υπήρχαν ακόμα στη χώρα, καθώς επίσης και για να κερδοσκοπούν, κάνοντας αρμπιτράζ μεταξύ των διαφόρων χωρών. Τόση δε ήταν η αναίδειά τους, ώστε για να μην αφήσει ο λογαριασμός του ελληνογερμανικού κλήριγκ υπόλοιπο υπέρ της Ελλάδος, χρέωσαν το λογαριασμό αυτό και με την αξία των χρυσών λιρών που εισήγαγαν στον τόπο και που χρησιμοποίησαν αποκλειστικά για δικές τους ανάγκες και για να ολοκληρώσουν την απογύμνωση της Ελληνικής Οικονομίας.
Η μανία τους για την αποσύνθεση της Ελληνικής Οικονομίας εκδηλώθηκε σε όλους τους κλάδους της παραγωγής. Αφαίρεσαν πρώτα- πρώτα όλες τις βασικές και πρώτες ύλες, σε τρόπο που ήταν αδύνατο να κινηθεί η παραγωγή. Πήραν επίσης και τα παραγωγικά κεφάλαια που είχαν απομείνει στη χώρα. Έτσι, εκτός από τις πρώτες ύλες, «επέταξαν» και «δέσμευσαν» τα επιζήσαντα ζώα και τα υπόλοιπα γεωργικά μηχανικά μέσα. Από ορισμένες βιομηχανίες αφαίρεσαν τα κυριότερα μηχανήματα και τα μετέφεραν στις δικές τους χώρες.
Η τοπική συγκοινωνία έχασε και τα πιο αρχέγονα μέσα που χρησιμοποιούσε. Το σιδηροδρομικό τροχαίο υλικό υπηρετούσε αποκλειστικά τις ανάγκες του Άξονα, για να απαχθεί τελικά εκτός Ελλάδας. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Από τις 220 ατμομηχανές απέμειναν μόνο 33, από 362 επιβατικά βαγόνια απέμειναν μόνο 6 και από τα 4544 φορτηγά βαγόνια επέμειναν μόνο 63!
Ό,τι παρήγαγε η χώρα, όπως ήταν κυρίως το λάδι, χρησιμοποιούνταν για τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, που άφηναν κάπου – κάπου μερικές ελάχιστες ποσότητες, αλλά κι αυτές τις διοχέτευαν στη μαύρη αγορά με δικούς τους πράκτορες. Με αυτό τον τρόπο κέρδιζαν τεράστια ποσά, φορολογώντας έτσι βαρύτατα το δυστυχισμένο ελληνικό λαό, που έβλεπε πως ούτε τα βασικά προϊόντα του τόπου του, που άλλοτε πλεόναζαν, μπορούσε να γευτεί.
Έπειτα από τη συστηματική προσπάθεια της απογύμνωσης του τόπου από κάθε αγαθό και από κάθε μέσο παραγωγής, ήταν επόμενο να έχουμε σημαντική πτώση σε όλους τους οικονομικούς κλάδους και ένα σταμάτημα σχεδόν, του παραγωγικού μηχανισμού. Η μείωση σημειώθηκε σε όλη την παραγωγή με αποτέλεσμα την επίταση του επισιτιστικού προβλήματος και τις τραγικές του συνέπειες.
Έπειτα από μια τέτοια αποσκελέτωση της οικονομίας του τόπου, έπειτα από τις διαρπαγές των αποθεμάτων που έγιναν από τους επιδρομείς σε ευρύτατη κλίμακα, έπειτα από τον ολοκληρωτικό αποκλεισμό της χώρας – και μάλιστα στην πρώτη περίοδο της κατοχής – από το εξωτερικό, ήταν επόμενο το επισιτιστικό πρόβλημα να παρουσιαζόταν στην οξύτερή του μορφή. Η αύξηση της θνησιμότητας κατά τους τρεις τελευταίους μήνες του 1941 και τις αρχές του 1942 πήρε τεράστιες διαστάσεις και γινόταν ανησυχητική. Κατά τους υπολογισμούς της Στατιστικής Υπηρεσίας, η μείωση του πληθυσμού της χώρας κατά τη διάρκεια του πολέμου ανέρχεται σε 1.000.000 ψυχές!
Κατά συνέπεια οι Γερμανοί αφαίρεσαν από την Ελλάδα, βίαια, χωρίς να υπολογίσουμε τις γενικότερες ζημιές που προξένησαν και για τις οποίες θα μιλήσουμε ειδικότερα πιο κάτω, τα εξής ποσά, τα οποία δεν μπορούν να υπαχθούν στις «επανορθώσεις», αλλά αποτελούν τον πλούτο της χώρας αυτής, την ίδια της την ύπαρξη. Γιατί δεν πήραν μόνο το εισόδημά της, όπως εσφαλμένα υποστήριξαν μερικοί, αλλά αυτό το ίδιο το παραγωγικό της κεφάλαιο, το τελευταίο υστέρημα που με τόσους κόπους και τόσες θυσίες είχε αποκτήσει αυτή η μικρή και φτωχή, αλλά με ηρωική ψυχή χώρα!
Τα ποσά αυτά πρέπει να μας επιστραφούν κατ’ απόλυτη προτεραιότητα σαν είδη που πάρθηκαν βίαια και ληστρικά, γιατί αποτελούν καθαρή διαρπαγή. Τα ποσά αυτά είναι τα εξής:

Οι «πιστώσεις» που πήραν από την Τράπεζα της Ελλάδας οι Γερμανοί και οι Ιταλοί μαζί με τα έξοδα, που πληρώθηκαν για λογαριασμό τους από το Ελληνικό Κράτος
210
εκατομ.
δολάρια
Αξία προϊόντων εγχώριας παραγωγής που πάρθηκαν με κλήριγκ και απ’ ευθείας από τις στρατιωτικές αρχές και τα οποία φθάνουν τα
198
εκατομ.δολ.
Αποθέματα που διαρπάγησαν (με κατάσχεση) από το Κράτος, δίχως καμία πληρωμή
40
εκατομ.δολ.
Αξία επίπλων, πολύτιμων μετάλλων, κοσμημάτων και έργων τέχνης που διαρπάγησαν
80
εκατομ. δολ

Σύνολο
528
εκατομ. δολ

Εδώ υπάρχει χωρίς αμφιβολία ένα κενό ακόμα. Είναι εκείνα που μας αφαίρεσαν πιο βίαια ακόμα οι Βούλγαροι από τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Δυστυχώς δεν έχουμε ακριβή στοιχεία και ούτε φαίνεται πως το Κράτος ενδιαφέρθηκε ποτέ να μάθει ακριβώς τι του έχουν αφαιρέσει!
Είδαμε λοιπόν, ότι σύμφωνα με τους μετριοπαθείς υπολογισμούς του καθηγητή Α. Αγγελόπουλου, τον ελάχιστο εθνικό πλούτο που μας αφαίρεσαν με τη βία και με ληστρικό τρόπο οι κατακτητές, και ο οποίος δεν έχει σχέση με τις λεγόμενες «επανορθώσεις» να ανέρχεται στα 528.000.000 δολάρια.
Εκτός όμως από τη συστηματική αυτή ληστεία, ο εχθρός προξένησε τεράστιες καταστροφές στη χώρα, στον υλικό και τεχνικό της πλούτο και στο γενικότερό της οικονομικό εξοπλισμό. Τα ποσά αυτά είναι εκείνα που χαρακτηρίζουμε ως «επανορθώσεις».
Οι υπολογισμοί του κ. Μπακάλμπαση (πρώην υπουργού Γεωργίας) αναφέρονται σε όλες τις πολεμικές ζημιές, τις οποίες εκτιμά, με στοιχεία που έχει συγκεντρώσει από διάφορες υπηρεσίες. Την αποτίμηση των ζημιών ο κ. Μπακάλμπασης δίνει σε αριθμό μέσων ημερομισθίων, τα οποία παίρνει και χρησιμοποιεί ως μονάδα μέτρησης, και τα οποία ύστερα τα μετατρέπει σε χρυσές λίρες Αγγλίας. Από αυτούς τους υπολογισμούς έχουμε συγκεντρωτικά τα εξής δεδομένα για τις πολεμικές ζημιές:

Ζημιές τεχνικού πλούτου (κτήρια, κοινωφελή έργα, οχήματα κτλ)
766 εκ. ημερομ.
Ζημιές γεωργικού πλούτου
436 εκ. ημερομ.
Ζημιές έργων και μέσων ασφαλείας της χώρας
120 εκ. ημερομ
Σύνολο
1322 εκ. ημερομ

που αν υπολογίσουμε με την αξία του μέσου ημερομισθίου εκείνης της εποχής προς 2 ½ δολάρια, έχουμε ως σύνολο ζημιών 3172 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά συνέπεια η Ελλάδα, δίχως να υπολογίσουμε τις γενικότερες ζημιές που έπαθε η χώρα λόγω του πολέμου, όπως είναι η μείωση του εθνικού εισοδήματος κατά τη διάρκεια της κατοχής και μέχρις ότου ανακάμψει και πάλι η παραγωγή της χώρας και η ανεκτίμητη απώλεια του έμψυχου της υλικού, θα πρέπει να αξιώσει να της αποδοθούν τουλάχιστον:
α) κατ’ απόλυτη προτεραιότητα τα ποσά τα οποία αφαιρέθηκαν από τον ελληνικό λαό και ανέρχονται όπως είδαμε σε 528.000.000 δολάρια και
β) τα ποσά εκείνα που θα χρειαστούν για την επανόρθωση των ζημιών του υλικού πλούτου της χώρας, ζημιών τις οποίες προξένησαν οι επιδρομείς και που τα ποσά τους φθάνουν στα 3.172 εκατομμύρια δολάρια, χωρίς να συνυπολογίσουμε τις καταστροφές που έγιναν από τους Βούλγαρους.
Συνολικά δηλαδή οι οικονομικές αξιώσεις που έχει δικαίωμα να διεκδικήσει η χώρα μας και που σύμφωνα με το δίκαιο και την ηθική πρέπει να της αναγνωριστούν, έφθαναν τα 3.700 εκατομμύρια δολάρια, σε τιμές της εποχής που έγινε η αποτίμηση. Για τη σημερινή κατά προσέγγιση αξία θα πρέπει να ακολουθηθούν ιδιαίτερες μέθοδοι αποπληθωροποίησης και αντιστοιχίας σε σύγχρονες αξίες, συμπεριλαμβα- νομένων και των νόμιμων τόκων. Είναι προφανές όμως ότι αν μας επιστρεφόταν αυτός ο καταληστευμένος εθνικός μας πλούτος, η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας θα ήταν σε πολύ καλύτερη μοίρα!
Τον αριθμό αυτό των ζημιών, δίνουμε, φυσικά, με κάθε επιφύλαξη γιατί δεν υπάρχουν απολύτως εξακριβωμένα στοιχεία για τον υπολογισμό των πολεμικών ζημιών. Εκείνο που μπορεί κανείς να πει είναι, ότι ο αριθμός αυτός βρίσκεται κοντά στην πραγματικότητα και ότι οι ακριβείς πολεμικές ζημιές μπορεί να είναι μάλλον περισσότερες παρά λιγότερες!
Βεβαίως στην χρηματική αποτίμηση των ζημιών της Ελλάδας από τον πόλεμο ΔΕΝ συμπεριλαμβάνουμε τη σημαντικότερη απώλεια που είναι οι ανθρώπινες ζωές, γιατί θεωρούμε ότι είναι ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΕΣ, και η προσπάθεια μιας τέτοιας αποτίμησης θα αποτελούσε ασέβεια προς τους νεκρούς.
Αυτές εν ολίγοις είναι οι διαπιστώσεις που μπορεί να κάνει κανείς με την ιδιότητα του οικονομολόγου, ερευνώντας τα διαθέσιμα στοιχεία εκείνης της μαύρης εποχής.
Ως διεθνολόγος όμως γνωρίζω, ότι στη σκακιέρα της διπλωματίας, η «κατά μέτωπο επίθεση» δεν αποτελεί πάντοτε την καλύτερη τακτική για τη διεκδίκηση των εθνικών συμφερόντων. Η πολιτική συγκυρία πολλές φορές απαιτεί διπλωματικούς ελιγμούς και ανακατατάξεις των προτεραιοτήτων, προς αναμονή ευνοϊκότερων συνθηκών. Ας αιτιολογήσουμε λοιπόν με αυτό το επιχείρημα τη «χλιαρή» έως ανύπαρκτη διεκδίκηση του κλεμμένου εθνικού μας πλούτου, που δυστυχώς μέχρι σήμερα επέδειξαν όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις της Ελλάδας.
Ας ελπίσουμε ότι δε θα πάψουμε να υπενθυμίζουμε στην ευημερεύουσα σήμερα Γερμανία ότι έχει ένα Μεγάλο Χρέος τιμής απέναντι στη μικρή αλλά ηρωική Ελλάδα και το οποίο πρέπει να ξεπληρώσει, αν θέλει να πείσει για την ειλικρινή μεταμέλειά της για τα εγκλήματα που διέπραξε και ότι πλέον σέβεται και περιφρουρεί τη διεθνή νομιμότητα.
Η διεκδίκησή αυτή αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής προς τους παππούδες και τους πατεράδες μας που θυσιάστηκαν για την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ευημερία του λαού μας



Βιβλιογραφία

1. Αγγελόπουλος Α. Θ. : «Οικονομικά», τόμος Α’, εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 1974
2. Αγγελόπουλος Α. Θ. : «Το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδος», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1946
3. «Ικανοποιούμεν προθύμως τας αξιώσεις των άλλων, αλλά παραμελούμεν τας ιδικάς μας διεκδικήσεις…», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Το Βήμα» 18/11/1962
4. «Η Πίστις πρέπει να είναι ενιαία», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Νέα Οικονομία» Νοέμβριος 1962
5. «Μία πρόταση για τη ρύθμιση του δημόσιου χρέους», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Το Βήμα» 16/6/ι962
6. «Το πρόβλημα του δημοσίου χρέους», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Νέα Οικονομία», Σεπτέμβριος 1954
7. «Η ρύθμιση του παλιού Δημόσιου Χρέους», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Το Βήμα» 26/8/1960
8. «Ο πληθωρισμός, ο νόμος 18/44 και το πρόβλημα της πίστεως», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Το Βήμα» 25/7/1962
9. «Τα δάνεια της Ελλάδος προς τη Γερμανία και την Ιταλία», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Νέα Οικονομία», Μάιος 1964
10. «Τα 400 εκατ, δολλ. που οφείλουν η Γερμανία και η Ιταλία εις την Ελλάδα», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Το Βήμα» 17/4/1964
11. Επιστολή του Σπ. Χατζηκυριάκου (Διοικητή της Τ.τ.Ε. κατά τη διάρκεια της Κατοχής) στην εφ. «Το Βήμα» 22/4/1964
12. Έκθεση του Α. Θ. Αγγελόπουλου προς το υπουργείο Εξωτερικών, 26/9/1964
13. Μελέτη του καθ. Α. Θ. Αγγελόπουλου για τις επιπτώσεις του πληθωρισμού στην Ελλάδα, στο Διεθνές Στατιστικό Συνέδριο, Ουάσινγκτον 1947.