Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2005

Αγροτικό Πρόβλημα: Μια διαφορετική προσέγγιση




Έ

χουμε συνηθίσει πλέον, κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, οι αγρότες να διαμαρτύρονται για την κακή διαχείριση των κοινοτικών επιδοτήσεων από την εκάστοτε κυβέρνηση, που συρρικνώνει τα – έτσι κι αλλιώς - πενιχρά εισοδήματά τους.
Το σενάριο αυτής της «φαρσοκωμωδίας» προβλέπει τα εξής:
Οι αγρότες πιέζουν την κυβέρνηση, αρχικά απειλώντας και μετά κλείνοντας τους δρόμους με τα τρακτέρ.
Τα τηλεοπτικά κανάλια γεμίζουν το ανιαρό πρόγραμμά τους, με ατέρμονες συζητήσεις, στις οποίες προσκαλούν τους «συνήθεις ύποπτους» προσκεκλημένους τους, άσχετα με το αν έχουν ή όχι ιδέα για το θέμα! 
Η κυβέρνηση αρχικά, ως άλλη Ζαν ντ’ Άρκ, ανθίσταται σθεναρώς, κουνώντας αγέρωχη το λάβαρο της «νομιμότητας και τη δικαιοσύνης»!
Τελικά όμως, υποκύπτει στις πιέσεις των αγροτών, πετώντας τους ένα ξεροκόμματο για να πάψουν να «γαβγίζουν»! Με αυτόν τον τρόπο εξαγοράζει τη σιωπή τους μέχρι την επόμενη χρονιά, όπου θα επαναληφθεί ακριβώς το ίδιο σενάριο!
Μέχρι τότε, όλοι είναι ευχαριστημένοι και νομίζουν ότι ζούνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα….

Όμως είναι πράγματι αυτή η ουσία του Αγροτικού Προβλήματος στη χώρα μας;

Ποτέ, καμία κυβέρνηση, δεν προκάλεσε έναν σοβαρό διάλογο, για να μπορέσει να καταστρωθεί μια σοβαρή στρατηγική στον Αγροτικό Τομέα! Όλες οι πολιτικές που ακολουθούνται, είναι αποσπασματικές και έχουν πυροσβεστικό χαρακτήρα, αφού ως στόχο έχουν να κατευνάσουν τα πνεύματα σε περιόδους όξυνσης και όχι να δρομολογήσουν οριστικές λύσεις των προβλημάτων!
Η τακτική του «βλέποντας και κάνοντας» σε συνδυασμό με την πεποίθηση ότι «έχει ο θεός», αποτελούν τις μόνιμες πολιτικές πρακτικές όλων των κυβερνήσεων, που τις εφαρμόζουν με μουσική υπόκρουση το εκκωφαντικό ροχαλητό της εκάστοτε αντιπολίτευσης!  
Το ζήτημα της αγροτικής ανάπτυξης, εκ των πραγμάτων, είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της εθνικής μας οικονομίας, καθώς ο αγροτικός τομέας αποτελεί, μια από τις σπουδαιότερες πηγές παραγωγής πλούτου.
 Επομένως είναι τουλάχιστον απαράδεκτο να απουσιάζει μια σοβαρή και ολοκληρωμένη στρατηγική αγροτικής ανάπτυξης, που:
1ον  να αναλύει τις συνθήκες και τις τάσεις που επικρατούν στην παγκόσμια αγορά,
2ον  να προσδιορίζει επακριβώς τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας,
3ον  να θέτει συγκεκριμένους στόχους, αφού πρώτα αναλύσει και συνδυάσει τους παραπάνω παράγοντες, και
4ον να προτείνει μια σειρά εναλλακτικών τακτικών για την πραγμάτωση αυτών των στόχων!
Ο σχεδιασμός της Στρατηγικής για την Αγροτική Ανάπτυξη της χώρας, θα πρέπει να έχει τα εξής γενικά χαρακτηριστικά:

  •  να στηρίζεται σε σοβαρές και αξιόπιστες επιστημονικές μελέτες που θα καταγράφουν την πραγματικότητα,

  •  να διαπνέεται από το όραμα για βιώσιμη ανάπτυξη του αγροτικού τομέα,

  •  να σέβεται και να εναρμονίζεται με το περιβάλλον,

  •  να εξορθολογίζει το κόστος παραγωγής, στοχεύοντας στη μείωσή του,

  •  να αποβλέπει στη βελτίωση της ποιότητας των αγροτικών προϊόντων,

  •  να αποσκοπεί στην αναζωογόνηση της υπαίθρου και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής σ’ αυτήν, δημιουργώντας τις κατάλληλες υποδομές.

Όλα αυτά για να συμβούν, προϋποθέτουν τη συνειδητοποίηση ότι χρειάζεται να γίνουν, πρώτα από όλα, ριζικές αλλαγές στις αντιλήψεις και στη νοοτροπία μας.
Στην Ελλάδα μέχρι σήμερα, αγρότης γίνεται όποιος δεν έχει την ικανότητα να σπουδάσει ή τη δυνατότητα να μάθει μια τέχνη! Όμως οι νέες συνθήκες που διαμορφώνονται παγκοσμίως δεν θέλουν τον αγρότη ως έναν απλό «εργάτη γης», αλλά την ποιοτική αναβάθμισή του σε «επιχειρηματία στον πρωτογενή τομέα παραγωγής»!
Αυτό συμβαίνει γιατί:

  •  Οι νέες πολύπλοκες τεχνολογίες στο μηχανολογικό εξοπλισμό της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, και οι σύγχρονες μέθοδοι φυτικής και ζωικής παραγωγής, απαιτούν  περισσότερο εξειδικευμένες γνώσεις από τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους.

  •  Οι συνθήκες του παγκόσμιου ανταγωνισμού και η ανάγκη για συνεχή μείωση του κόστους παραγωγής, απαιτούν από τους αγρότες γνώσεις μάρκετινγκ και μάνατζμεντ.

  •  Οι αγρότες θα πρέπει να αποκτήσουν γνώσεις σχετικά με την Κοινή Αγροτική Πολιτική (Κ.Α.Π.) και να έχουν συνεχή ενημέρωση για τα διάφορα ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα, για να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται.

  •  Με δεδομένη τη διαρκή επιβάρυνση του περιβάλλοντος από την κακή χρήση των φυτοφαρμάκων και τις επιπτώσεις που επισύρουν στη δημόσια υγεία, οι αγρότες θα πρέπει να επιμορφώνονται πάνω σε θέματα περιβαλλοντολογικής αγωγής και οικολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας.

Όλα αυτά αποτελούν σημαντικά θέματα και πρέπει να περιλαμβάνονται ως αντικείμενα ενός κύκλου αγροτικών σπουδών, που όσοι τον παρακολουθήσουν, να μπορούν να έχουν το δικαίωμα για απόκτηση Άδειας άσκησης του αγροτικού επαγγέλματος!
Ένα άλλο ζήτημα που χωλαίνει την ανάπτυξη του Αγροτικού Τομέα, είναι η ασύδοτη δράση των μεσαζόντων που καπηλεύονται τον ιδρώτα των αγροτών. Σ’ αυτούς συγκαταλέγονται και πολλοί γεωπόνοι, που αντί να προσφέρουν τις καλές υπηρεσίες τους στους αγρότες, έχουν μετατραπεί σε «ντήλερς» των εταιρειών φυτοφαρμάκων!
 Πέρα από τις κατάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις, καθοριστικό χτύπημα στη δράση των μεσαζόντων, θα ήταν και η ριζική αναδόμηση των αγροτικών συνεταιρισμών, οι οποίοι από εφαλτήρια των «αγροτοπατέρων» για μεταπήδηση τους στην κεντρική πολιτική σκηνή, θα πρέπει να γίνουν πραγματικοί μηχανισμοί στήριξης του αγρότη. Ο ρόλος τους θα πρέπει να είναι η συλλογική διαπραγμάτευση των αγροτικών εφοδίων, με χαμηλότερο κόστος για τους αγρότες και η  πώληση των αγροτικών προϊόντων σε ευνοϊκότερες τιμές. Επίσης θα πρέπει να παρέχουν υλικοτεχνική υποστήριξη στους αγρότες, καθώς και επιστημονικές συμβουλές από ένα καλά οργανωμένο γεωτεχνικό επιτελείο. Σήμερα, δυστυχώς, η δράση τους δε διαφέρει πολύ, από τη δράση των άλλων μεσαζόντων!
Ορθολογικοποίηση πρέπει να γίνει και στις κρατικές επενδύσεις για τις μεγάλες αγροτικές υποδομές. Πρέπει επιτέλους γνώμονας να είναι οι πραγματικές ανάγκες της περιοχής και όχι τα συμφέροντα των αναδόχων εταιρειών των έργων!
Τέλος, σημαντικό ρόλο θα παίξουν και τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, που επιτέλους, εκτός από «βιομηχανίες» κατασκευής πτυχίων που δεν έχουν επαρκές αντίκρισμα στη γνώση, θα πρέπει να ασχοληθούν σοβαρά και με την αγροτική έρευνα, εκπονώντας μελέτες που θα βοηθήσουν την αγροτική ανάπτυξη!
Οι σκέψεις αυτές αναφέρονται εν συντομία, αποσκοπώντας να τονίσουν τα βασικότερα σημεία, στα οποία θα πρέπει να αναζητηθεί η ουσία του Αγροτικού Προβλήματος!  Η ανυπαρξία συγκροτημένης Αγροτικής Πολιτικής από τη μια μεριά και οι «παυσίπονες», πρόσκαιρες και αποσπασματικές διεκδικήσεις των αγροτών από την άλλη, δεν μπορούν να δώσουν αξιόπιστη και μακροπρόθεσμη λύση στο συνεχώς αυξανόμενο Αγροτικό Πρόβλημα!

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2004

Τρομοκρατία: μια υπόθεση που μας αφορά όλους!

Το φαινόμενο της τρομοκρατίας, την έξαρση του οποίου βιώνουμε ολοένα και εντονότερα, ολοένα και πιο κοντά μας τα τελευταία χρόνια, είναι περισσότερο πολύπλοκο και σοβαρό, απ’ ότι μέχρι τώρα εκτιμούσαμε.
Δεν αποτελεί απλώς την εκδήλωση του παραλογισμού μιας ομάδας φανατισμένων ανθρώπων, την οποία αν εξοντώσουμε θα πάψει αυτομάτως να υφίσταται και το πρόβλημα. Πρόκειται για ανθρώπους – προϊόντα του κατάφορα άδικου παγκόσμιου οικονομικοπολιτικού συστήματος, σε συνδυασμό με την καλλιέργεια του θρησκευτικού φανατισμού και της εκδικητικής μανίας. Όσο παραμένουν έντονες αυτές οι γενεσιουργές αιτίες, τέτοιοι άνθρωποι συνεχώς θα αναπαράγονται με γεωμετρική πρόοδο.
Κανένα κατασταλτικό μέτρο δεν είναι ικανό να τους σταματήσει, γιατί αφενός μεν, δεν έχουν ηθικούς φραγμούς απέναντι στα θύματά τους και αφετέρου, δε διακατέχονται από το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, όντας πεπεισμένοι για την «ιερότητα» του σκοπού τους και ότι δεν έχουν τίποτε περισσότερο να χάσουν, πέρα από την, έτσι κι αλλιώς, άθλια ζωή τους!
Αξίζει επιπλέον να σημειωθεί, ότι η πρότυπη οργανωτική δομή των αυτόνομων πυρήνων δράσης που αναπτύσσουν ανά τω κόσμω, αποτρέπει τη μαζική εξάρθρωσή τους, ακόμη κι αν συλληφθούν κάποια σημαντικά μέλη τους.
Αν πραγματικά θελήσουμε να αναζητήσουμε τα βαθύτερα αίτια αυτού του φαινομένου, τότε θα διαπιστώσουμε ότι η ευθύνη βαραίνει ταυτόχρονα και τους «τρομοκράτες», αλλά και τους «τρομοκρατούμενους». Επομένως, η λύση που πρέπει να δοθεί σ’ αυτό το μέγα πρόβλημα, είναι αναγκαίο να έχει διττή κατεύθυνση.
Ας αναλύσουμε, όμως, εκτενέστερα αυτή τη σκέψη.
Μιλήσαμε για κατάφορη αδικία του παγκόσμιου οικονομικοπολιτικού συστήματος, η οποία εκδηλώνεται κυρίως με την ανήθικη και ανισομερή κατανομή του παγκόσμιου πλούτου μεταξύ των λαών. Αυτή η επιλογή από τους ισχυρούς του πλανήτη, οδήγησε στην απόλυτη εξαθλίωση της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων, ενώ ταυτόχρονα μια μικρή μειοψηφία «εκλεκτών» λαών, διαβιώνει σε συνθήκες απόλυτης χλιδής και αναπτύσσει μια αλαζονική συμπεριφορά απέναντι στους λαούς του «τρίτου κόσμου»!
Τα δύο τρίτα του πληθυσμού της γης ζουν μέσα στη φτώχια και την ανέχεια, μαστίζονται από τις αρρώστιες, πεθαίνουν από την πείνα, πλήττονται από τον αναλφαβητισμό, στερούνται στοιχειωδών υποδομών που θα τους εξασφάλιζαν μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ταυτόχρονα, οι περισσότερες από αυτές τις χώρες διοικούνται από στυγνά δικτατορικά καθεστώτα, τα οποία όμως υποκινούνται και ελέγχονται από τις «δημοκρατικές» κυβερνήσεις των αναπτυγμένων χωρών!
Όλα αυτά συμβαίνουν σε χώρες που διαθέτουν πολύ πλούσιο φυσικό περιβάλλον και ορυκτό πλούτο, σε λαούς που έχουν να επιδείξουν σημαντική πολιτισμική προσφορά, χιλιάδων ετών! Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια εποχή που η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, πολλαπλασίασε την παραγωγική ικανότητα μας, σε βαθμό, που να μπορούμε να καλύπτουμε με επάρκεια (αν φυσικά το θέλαμε!), τις βασικές βιολογικές ανάγκες όλου του πληθυσμού της γης!
Αυτές οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης και η αναγκαστική καθήλωση του μορφωτικού επιπέδου των λαών του τρίτου κόσμου, είχαν ως φυσικό επακόλουθο την ανάπτυξη του αισθήματος της κοινωνικής αδικίας και της επιθυμίας για εκδίκηση, καθοδηγούμενης από τη γιγάντωση του τέρατος του θρησκευτικού φανατισμού!
Από την άλλη πλευρά, έχουμε τις χώρες της Ευρώπης, της Βορείου Αμερικής, της Ιαπωνίας και της Αυστραλίας, που έχουν στηρίξει την ευημερία τους στον πλούτο, το αίμα και τον ιδρώτα των χωρών του «τρίτου κόσμου»! Οι λαοί μας, επαναπαυμένοι στη χλιδή και την καλοπέραση, έχοντας απολέσει τη συνείδησή τους, αποδέχονται, ως άλλοι κλεπταποδόχοι, τον πλούτο των υποανάπτυκτων χωρών, αδιαφορώντας για την τραγική κατάσταση που δημιουργούν με την ανοχή τους! Η apolitique στάση που κρατούν απέναντι σ’ αυτά τα έντονα προβλήματα, διευκολύνει το έργο των αδίστακτων κυβερνήσεων, που οι ίδιοι, άλλωστε, εκλέγουν!
Όμως είναι νομοτέλεια, ότι κάποτε ο κόμπος φτάνει στο χτένι! Ο ποταμός της αγανάκτησης ξεχείλισε και ήδη μας συμπαρασέρνει! Δεν μπορούμε πλέον να κρύβουμε τα σκουπίδια της συνείδησής μας κάτω από το χαλί της αδιαφορίας μας! Πρέπει να αντιδράσουμε δυναμικά και να σταματήσουμε τον παραλογισμό, ένθεν και ένθεν. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η ανοχή είναι συνενοχή!
Ο θρησκευτικός φανατισμός δεν καταπολεμείται με πολέμους και δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, αλλά με ανάπτυξη του μορφωτικού επιπέδου των λαών, με εξάλειψη του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας!
Η εξαθλίωση των λαών του τρίτου κόσμου δεν καταπολεμείται με «ιεραποστολές» και «κροκοδείλια» δάκρυα, αλλά με ουσιαστική και ανιδιοτελής ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης και της αυτοδιαχείρισης των λαών!
Αν αυτές οι προτάσεις κάποτε φάνταζαν ρομαντικές και ουτοπιστικές, σήμερα αποτελούν επιτακτική ανάγκη και τη μόνη διέξοδο από την τεράστια κρίση που ήδη έχει ξεσπάσει!

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2004

Ναρκωτικά, ώρα μηδέν…

Με την ευκαιρία της επαναφοράς στην επικαιρότητα του θέματος των ναρκωτικών, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα προβλήματα της νεολαίας μας, θα ήθελα να διατυπώσω μια πρόταση, η οποία βασίζεται στην ισχυρή πεποίθησή μου, ότι αποτελεί το πιο δραστικό χτύπημα σ’ αυτό το αναίσχυντο εμπόριο αργού θανάτου.
Πριν προχωρήσω στη διατύπωση αυτής της πρότασης, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι θα προτιμούσα η νεολαία μας να είχε ισχυρή θέληση και συνειδητά να αρνιόταν την επίλυση των όποιων προβλημάτων της, μέσω της αδιέξοδης «λύσης» των ναρκωτικών. Όμως, για να καταφέρουμε να φτάσουμε σε αυτό το ιδεατό επίπεδο αυτοσυνείδησης, θα πρέπει να επανεξετάσουμε ριζικά την ποιότητα της Παιδείας που παρέχουμε ως κοινωνία στους νέους μας∙ διαδικασία, η οποία εκτός από ιδιαίτερο θάρρος, απαιτεί και πολύ χρόνο. Η συνεχής γιγάντωση όμως, του προβλήματος των ναρκωτικών, απαιτεί άμεσες και αποτελεσματικές λύσεις!
Η φιλοσοφία της πρότασής μου εδράζεται στο γεγονός ότι τα ναρκωτικά αποτελούν εμπόρευμα και η διακίνησή τους επιφέρει τεράστια κέρδη σε μια κάστα «βαρόνων» που την ελέγχει! Επομένως είναι λογικό, ότι το εμπόριο των ναρκωτικών δε θα είχε κανένα νόημα, αν τα ναρκωτικά έχαναν την εμπορική τους αξία! Πώς όμως μπορεί να συμβεί αυτό;
Η απάντηση είναι πολύ απλή: ΔΩΡΕΑΝ χορήγηση των ναρκωτικών ουσιών στους καταγεγραμμένους χρήστες, από καλά οργανωμένα τμήματα που θα λειτουργούν μέσα στα κρατικά νοσοκομεία!
Τα οφέλη που θα προκύψουν από την υλοποίηση αυτής της τόσο απλής, αλλά ταυτόχρονα και τόσο ριζοσπαστικής ιδέας, είναι πολλά και με πολλαπλούς αποδέκτες. Ας αναφέρουμε τα σημαντικότερα:

~ Όπως προαναφέραμε, σταματάει άμεσα το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών στη χώρα, εφόσον τα ναρκωτικά παύουν να έχουν εμπορική αξία, με τη δωρεάν χορήγησή τους από κρατικούς φορείς.
~ Εξαιτίας αυτής της εξέλιξης, οι χρήστες δεν θα είναι πλέον αναγκασμένοι να γίνονται «βαποράκια» για να εξασφαλίσουν τη δόση τους, παρασύροντας έτσι στον ξέφρενο χορό του θανάτου, νέα αθώα θύματα. Επομένως, θα εκλείψει ο σημαντικότερος τρόπος διάδοσης των ναρκωτικών!
~ Θα μειωθεί σημαντικά η εγκληματικότητα από τους ναρκομανείς, διότι δε θα αναγκάζονται να προβαίνουν σε ληστείες προκειμένου να εξασφαλίσουν τα χρήματα της δόσης τους!
~ Θα ανακουφιστούν οικονομικά οι οικογένειες των χρηστών, οι οποίες εκτός από ηθικής, τελούν και υπό οικονομικής κατάρρευσης, εξαιτίας των «πανάκριβων συνηθειών» των παιδιών τους!
~ Οι ουσίες θα είναι ελεγμένες ως προς την ποιότητα και την «καθαρότητά» τους, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι θάνατοι από υπερβολική δόση.
~ Προστατεύεται η υγεία των χρηστών από διάφορες συναφείς με τη χρήση μολύνσεις, (όπως το AIDS), καθώς οι συνθήκες υγιεινής κατά τη χρήση θα είναι αυστηρές και θα υπάρχει πλήρης ιατρική παρακολούθηση.
~ Διευκολύνεται η χαρτογράφηση όλων των χρηστών και η καταγραφή των προβλημάτων που οδήγησαν τον κάθε χρήστη στα ναρκωτικά. Έτσι δίνεται η δυνατότητα για εξατομικευμένη βοήθεια στον κάθε χρήστη για την εξάλειψη αυτών των αιτιών.
~ Γίνεται πιο πρόσφορη η παροχή ψυχολογικής βοήθειας στους χρήστες και διευκολύνεται η προσπάθεια να πεισθούν για την ένταξή τους σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης.

Γίνεται λοιπόν φανερό, ότι η υλοποίηση μιας τέτοιας ιδέας θα μπορούσε να δώσει μια αποτελεσματική λύση στην αντιμετώπιση της μάστιγας των ναρκωτικών. Η ιδέα όμως, αν και απλή, είναι αρκετά δύσκολη στην εφαρμογή της, γιατί προσκρούει σε δύο μεγάλα προβλήματα:
- Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι θίγει τεράστια οικονομικά συμφέροντα, τα οποία εξυπηρετούν πανίσχυρους οικονομικά (και κατ’ επέκταση και πολιτικά) ανθρώπους, οι οποίοι μάλιστα δε θα με εξέπληττε αν αποδεικνυόταν ότι πρόκειται για «καθ’ όλα ευυπόληπτους και υπεράνω πάσης υποψίας πολίτες»!!! Επομένως είναι ιδιαίτερα δύσκολο να βρεθούν πολιτικοί που να διαθέτουν το απαραίτητο θάρρος και δύναμη για να παλέψουν με τέτοια μεγαθήρια!
- Το δεύτερο πρόβλημα σχετίζεται με την κατεστημένη, υποκριτική και στενόμυαλη νοοτροπία της κοινωνίας μας. Προσκολλημένοι σε αφοριστικές και δήθεν «ηθικολογικές» ιδεολογίες, εθελοτυφλούμε μπροστά σε ένα σοβαρό και υπαρκτό κοινωνικό πρόβλημα και προσπαθούμε να το εξορκίσουμε με ευχολόγια! Πολλοί είναι αυτοί οι «ηθικολόγοι» που θα «σκανδαλιστούν» από την ιδέα της δωρεάν χορήγησης ναρκωτικών από το κράτος, παραβλέποντας ωστόσο, όλα αυτά τα θετικά που προανέφερα, από την εφαρμογή της. Είναι οι ίδιοι που θεωρούν ως «αποβράσματα της κοινωνίας» τους νέους που έπεσαν στην πλεκτάνη των ναρκωτικών και απαιτούν τη φυσική εξόντωσή τους. Είναι οι ίδιοι που θεωρούν ότι το πρόβλημα δεν τους αφορά, γιατί (ακόμα) δεν πέσανε στα ναρκωτικά τα δικά τους παιδιά! Δυστυχώς αυτοί οι άνθρωποι είναι αρκετοί και η γνώμη τους εξακολουθεί να αποτελεί την κυρίαρχη ιδεολογία της κοινωνίας μας!
Στο βαθμό που θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε αυτούς τους δύο ογκόλιθους, και να αποφασίσουμε να λάβουμε ριζοσπαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της μάστιγας των ναρκωτικών, θα μπορέσουμε να ελπίζουμε για τη λύση του προβλήματος. Η μεταστροφή ορισμένων πολιτικών σε πιο προοδευτικές απόψεις -όσο ανεπαρκείς και αν είναι αυτές - ρίχνει μια αμυδρή αχτίδα ελπίδας στο μέλλον των παιδιών μας! Ας ελπίσουμε ότι θα έχει και συνέχεια!

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2003

Οι οικονομικές διεκδικήσεις μας για την Κατοχή. Μια «μάχη» που δεν τέλειωσε…

Ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου 1940, αποτελεί μια κορυφαία εκδήλωση μνήμης για τους αγώνες που έδωσε ο Λαός μας για την προάσπιση της εθνικής του ανεξαρτησίας και της εδαφικής του ακεραιότητας, ως βασικές προϋποθέσεις για την ειρηνική του διαβίωση και την ανάπτυξη της οικονομικής του ευημερίας.
Πέρα όμως από τη διατήρηση της μνήμης του ηρωικού έπους του ’40, οφείλουμε ως απόγονοι εκείνων που θυσίασαν τη ζωή τους για αυτά τα ιδανικά, να συνεχίσουμε τον αγώνα μας με ειρηνικά πλέον μέσα, για την πλήρη αποκατάσταση και των οικονομικών εγκλημάτων που διαπράχθηκαν ενάντια στον ελληνικό λαό, εκείνη τη μαύρη περίοδο της Κατοχής και τα οποία κατάστρεψαν την εθνική μας οικονομία, καταλήστεψαν τον εθνικό μας πλούτο και υποθήκευσαν το μέλλον μας.
Πρόκειται για δίκαιες απαιτήσεις τις οποίες, ιδιαίτερα εμείς οι οικονομολόγοι, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε!
Η παραίτηση μας από την απαίτηση επιστροφής της καταληστευμένης από τους κατακτητές εθνικής μας περιουσίας, αποτελεί προσβολή στη μνήμη των ηρώων παππούδων μας, που έδωσαν το αίμα τους για να υπερασπίσουν αυτά, τα οποία εμείς αρνούμαστε να διεκδικήσουμε!
Συγκεκριμένα η κατάσταση έχει ως εξής:
Η Ελλάδα σε σχέση με όλες τις χώρες που καταλήφθηκαν από τις δυνάμεις του Άξονα, υπέστη τις περισσότερες διαρπαγές, ολοκληρωτική καταλήστευση του εθνικού της πλούτου, πλήρη αποσύνθεση της οικονομίας της και διάλυση του παραγωγικού της ιστού. Οι Γερμανοί, οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι, οι τρεις αυτοί επιδρομείς, αφαίρεσαν κάθε αγαθό που βρήκαν στον τόπο. Ότι δεν μπόρεσαν να καταληστεύσουν το κατάστρεψαν και το έκαψαν. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υποχρέωσαν αυτή τη μικρή και φτωχή χώρα να χρηματοδοτήσει τις πολεμικές δαπάνες του Άξονα για την εκστρατεία του στην Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, παραβαίνοντας όλες τις διεθνείς συμφωνίες της Κοινωνίας των Εθνών που καθόριζαν τις υποχρεώσεις των κατεχόμενων χωρών έναντι των κατακτητών τους σε περίπτωση πολέμου. Ο τρόπος πληρωμής των εν λόγω πιστώσεων ρυθμίστηκε με τη Συμφωνία της Ρώμης (14 Μαρτίου 1942) η οποία ανακοινώθηκε στην τότε «κυβέρνηση των Αθηνών» με έγγραφο της 23/3/1942 του πληρεξούσιου της Γερμανίας στην Ελλάδα Altebourg. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της συμφωνίας αυτής, «η γερμανική και ιταλική κυβέρνησις θα εχρεώνοντο εις ατόκους λογαριασμούς διά τα πέραν των εξόδων κατοχής λαμβανόμενα ποσά». Η διάταξη αυτή είναι σαφής και κάνει λόγο για χρέος της Γερμανίας και της Ιταλίας προς την Ελλάδα. Το άρθρο 4 δε, καθορίζει ότι « η οριστική ρύθμισις των καταβολών της ελληνικής κυβερνήσεως θα λάβη χώραν αργότερον ». Βέβαια η ρύθμιση αυτού του χρέους προς την Ελλάδα, ουδέποτε «έλαβε χώραν»!
Έτσι, πέρα από τα προβλεπόμενα χρήματα και αγαθά για τη συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής στην Ελλάδα, αφαίρεσαν, άλλοτε με βίαιο και άλλοτε με δόλιο τρόπο, ολόκληρο τον εθνικό πλούτο της χώρας, οδηγώντας τον πληθυσμό της στην πείνα και την οικονομία της στην ολοκληρωτική καταστροφή. Πέρα από τον τρόπο της βίαιης αρπαγής των αγαθών και της βάρβαρης καταστροφής κάθε εναπομείνασας πλουτοπαραγωγικής πηγής, οι κατακτητές χρησιμοποίησαν και μια πιο «εξευγενισμένη» μέθοδο «υπεξαίρεσης», αυτή του πληθωρισμού!
Πήγαιναν, δηλαδή, πρώτα στην Τράπεζα της Ελλάδος, τύπωναν όσα χαρτονομίσματα ήθελαν – δίχως, δυστυχώς, την αποφασιστική αντίδραση από τις τότε Κυβερνήσεις των δοσίλογων – και με τα χρήματα αυτά αγόραζαν ό,τι ήθελαν, προσφέροντας μάλιστα που και που υψηλότερες τιμές σε δραχμές από τις τιμές της αγοράς! Κι έτσι ο πωλητής έμενε ευχαριστημένος, χωρίς να καταλαβαίνει, τουλάχιστον για ένα μικρό χρονικό διάστημα, ότι το χρήμα που έπαιρνε, την επομένη δεν είχε παρά πολύ μικρότερη αξία !
Με τον πληθωρισμό που έκαναν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί για να καλύψουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, καθώς επίσης και με τον πληθωρισμό που συνέχισε η Κυβέρνηση των δοσίλογων των Αθηνών για να καλύψει τις δικές της δαπάνες, πραγματοποιήθηκε μια ολοκληρωτική εξανέμιση της αξίας της δραχμής, που είχε σαν αποτέλεσμα την απογύμνωση του πλούτου της χώρας γενικά.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του αείμνηστου καθηγητή Άγγελου Αγγελόπουλου, η συνολική ζημιά που πραγματοποιήθηκε συνεπεία του πληθωρισμού, μέχρι την 1 Οκτωβρίου 1944, φθάνει τις 27.452.262 χρυσές λίρες Αγγλίας ή 549 εκατομμύρια δολάρια.
Για τη συστηματική αυτή αφαίμαξη ευθύνονται και οι Κυβερνήσεις Κατοχής και ιδιαίτερα οι Υπουργοί των Οικονομικών, οι οποίοι υπέκυπταν δουλικώτατα στις αξιώσεις των Γερμανών και κανένα γενικότερο μέτρο δεν ελάβαιναν για το σταμάτημα ή τουλάχιστο τον περιορισμό του κακού. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, πολλές φορές υποδείχθηκε η ανάγκη να εφαρμοστούν κατάλληλα μέτρα. Τον Οκτώβριο, μάλιστα , του 1943 το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο της Τράπεζας της Ελλάδας, σ’ ένα θαρραλέο υπόμνημα, που υπέβαλε στο Διοικητή της Τράπεζας και που διαβιβάστηκε και στους Γερμανούς, παρουσίαζε την οικτρή οικονομική κατάσταση της χώρας, τα αβάστακτα βάρη που είχαν σωρευμένα οι Αρχές κατοχής και τα μέτρα που έπρεπε να παρθούν για να σταματήσει κάπως το κακό. Το αποτέλεσμα ήταν πως τίποτα δεν έγινε, η κατάσταση χειροτέρευε από μέρα σε μέρα, οι υπουργοί της «Κυβέρνησης των Αθηνών» αδιαφορούσαν και παρακολουθούσαν ανάλγητα την τραγικότητα της κατάστασης με όλες τις φοβερές συνέπειες (πείνα και θάνατοι από υποσιτισμό), οι δε Γερμανοί επίσημοι δεν έκαναν τίποτα στην πραγματικότητα για να βοηθήσουν την Ελλάδα, παρά περιορίζονταν σ’ ένα «θεωρητικό» μονάχα ενδιαφέρον για δήθεν αποστολή τροφίμων ή σε διαπιστώσεις σαν εκείνες του Υπουργού της Εθνικής Οικονομίας του Ράιχ Funk, που σ’ ένα άρθρο του στο περιοδικό «Deutsche Griechische Wirtschafts – Nachrichten» ομολογούσε, ότι η Ελλάς «δοκίμασε τα δεινά του πολέμου και υπέστη τις συνέπειές του, όπως ίσως καμία άλλη χώρα της Ευρώπης».
Έτσι, από την πρώτη στιγμή οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, μόλις υπέταξαν την Ελλάδα, επιζήτησαν να της επιβάλουν, όχι μόνο τα λεγόμενα «έξοδα κατοχής», που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, αλλά όσες το δυνατό περισσότερες πολεμικές τους δαπάνες. Πράγμα, άλλωστε, που πέτυχαν, χάρις στην έλλειψη αντίδρασης από τα όργανα που χρησιμοποίησαν για κυβερνήσεις.
Όπως είπαμε, η μέθοδος που χρησιμοποίησαν για να εισπράξουν χρήματα ήταν ο πληθωρισμός, η αύξηση δηλαδή των μέσων της νομισματικής κυκλοφορίας. Η μέθοδος αυτή είναι η πιο άδικη μορφή της φορολογίας και η πιο εύκολη για κείνον που την εφαρμόζει. Με το ν’ αυξάνουμε τη νομισματική κυκλοφορία, μειώνουμε την αξία του νομίσματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία, ληστεύουμε με άλλα λόγια, μέρα με τη μέρα, τον κάτοχο της δραχμής δίχως καλά – καλά να το νιώθει. Τη μέθοδο αυτή του πληθωρισμού χρησιμοποίησαν στην αρχή έμμεσα οι κατακτητές, θέτοντας, παράλληλα με τη δραχμή, σε κυκλοφορία και δικά τους νομίσματα, («μάρκα κατοχής», «μεσογειακές δραχμές», «λιρέτες», «λέβα», «αλβανικά φράγκα»), αργότερα δε άμεσα, χρησιμοποιώντας δηλαδή απευθείας την εκδοτική μηχανή για το σκοπό αυτό. Τι ποσά εξεδόθησαν κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου δεν είναι απόλυτα γνωστό. Από τα διαθέσιμα στοιχεία που μπορούν να αποδειχτούν, κατά την πρώτη αυτή περίοδο μέχρι το τέλος του 1941 η επιβάρυνση της Ελλάδας ήταν τουλάχιστον 1.104.905 χρυσές λίρες Αγγλίας.
Με τα χρήματα που έπαιρναν οι Αρχές Κατοχής δεν περιορίσθηκαν να διατρέφουν τα στρατεύματά τους και να εξυπηρετούν γενικά τις υπηρεσίες τους, αλλά προέβαιναν και σε αγορές κάθε διαθέσιμου αγαθού ή πρώτης ύλης που βρισκόταν στον τόπο (μηχανημάτων, χρεογράφων κλπ), με τρόπο που δημιουργούσαν μια γενική αποσύνθεση της δραστηριότητας του τόπου, ληστεύοντας και απογυμνώνοντας την Ελληνική Οικονομία.
Σκοπός των Γερμανών ήταν να αφαιρέσουν κάθε τι χρήσιμο γι’ αυτούς ή που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους Συμμάχους ύστερα από την απελευθέρωση, αν έχαναν τον πόλεμο, με τρόπο ώστε να δημιουργήσουν ένα οικονομικό και κοινωνικό χάος. Γι’ αυτό επεδίωξαν τη συστηματική αποσύνθεση της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας και δεν κατέλαβαν ούτε την παραμικρότερη προσπάθεια για να μπορέσει να ορθοποδήσει ο τόπος. Με τα μέτρα, άλλωστε, αυτά απέβλεπαν στο να επιτείνουν την ανεργία και να εξαναγκάσουν όλους τους ανέργους να πάνε στη Γερμανία και να χρησιμοποιηθούν εκεί για πολεμικούς σκοπούς. Και όταν ακόμα εισήγαγαν χρυσές λίρες, που φαίνεται πως ανήλθαν σε 1,5 περίπου εκατομμύριο, για να καλύψουν τάχα ένα μέρος των πολεμικών τους δαπανών και να ελαφρώσουν λιγάκι τον ελληνικό προϋπολογισμό, και τότε το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος από την πώληση των λιρών το χρησιμοποίησαν για την απόκτηση διαφόρων αξιών και άλλων αγαθών, που υπήρχαν ακόμα στη χώρα, καθώς επίσης και για να κερδοσκοπούν, κάνοντας αρμπιτράζ μεταξύ των διαφόρων χωρών. Τόση δε ήταν η αναίδειά τους, ώστε για να μην αφήσει ο λογαριασμός του ελληνογερμανικού κλήριγκ υπόλοιπο υπέρ της Ελλάδος, χρέωσαν το λογαριασμό αυτό και με την αξία των χρυσών λιρών που εισήγαγαν στον τόπο και που χρησιμοποίησαν αποκλειστικά για δικές τους ανάγκες και για να ολοκληρώσουν την απογύμνωση της Ελληνικής Οικονομίας.
Η μανία τους για την αποσύνθεση της Ελληνικής Οικονομίας εκδηλώθηκε σε όλους τους κλάδους της παραγωγής. Αφαίρεσαν πρώτα- πρώτα όλες τις βασικές και πρώτες ύλες, σε τρόπο που ήταν αδύνατο να κινηθεί η παραγωγή. Πήραν επίσης και τα παραγωγικά κεφάλαια που είχαν απομείνει στη χώρα. Έτσι, εκτός από τις πρώτες ύλες, «επέταξαν» και «δέσμευσαν» τα επιζήσαντα ζώα και τα υπόλοιπα γεωργικά μηχανικά μέσα. Από ορισμένες βιομηχανίες αφαίρεσαν τα κυριότερα μηχανήματα και τα μετέφεραν στις δικές τους χώρες.
Η τοπική συγκοινωνία έχασε και τα πιο αρχέγονα μέσα που χρησιμοποιούσε. Το σιδηροδρομικό τροχαίο υλικό υπηρετούσε αποκλειστικά τις ανάγκες του Άξονα, για να απαχθεί τελικά εκτός Ελλάδας. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Από τις 220 ατμομηχανές απέμειναν μόνο 33, από 362 επιβατικά βαγόνια απέμειναν μόνο 6 και από τα 4544 φορτηγά βαγόνια επέμειναν μόνο 63!
Ό,τι παρήγαγε η χώρα, όπως ήταν κυρίως το λάδι, χρησιμοποιούνταν για τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, που άφηναν κάπου – κάπου μερικές ελάχιστες ποσότητες, αλλά κι αυτές τις διοχέτευαν στη μαύρη αγορά με δικούς τους πράκτορες. Με αυτό τον τρόπο κέρδιζαν τεράστια ποσά, φορολογώντας έτσι βαρύτατα το δυστυχισμένο ελληνικό λαό, που έβλεπε πως ούτε τα βασικά προϊόντα του τόπου του, που άλλοτε πλεόναζαν, μπορούσε να γευτεί.
Έπειτα από τη συστηματική προσπάθεια της απογύμνωσης του τόπου από κάθε αγαθό και από κάθε μέσο παραγωγής, ήταν επόμενο να έχουμε σημαντική πτώση σε όλους τους οικονομικούς κλάδους και ένα σταμάτημα σχεδόν, του παραγωγικού μηχανισμού. Η μείωση σημειώθηκε σε όλη την παραγωγή με αποτέλεσμα την επίταση του επισιτιστικού προβλήματος και τις τραγικές του συνέπειες.
Έπειτα από μια τέτοια αποσκελέτωση της οικονομίας του τόπου, έπειτα από τις διαρπαγές των αποθεμάτων που έγιναν από τους επιδρομείς σε ευρύτατη κλίμακα, έπειτα από τον ολοκληρωτικό αποκλεισμό της χώρας – και μάλιστα στην πρώτη περίοδο της κατοχής – από το εξωτερικό, ήταν επόμενο το επισιτιστικό πρόβλημα να παρουσιαζόταν στην οξύτερή του μορφή. Η αύξηση της θνησιμότητας κατά τους τρεις τελευταίους μήνες του 1941 και τις αρχές του 1942 πήρε τεράστιες διαστάσεις και γινόταν ανησυχητική. Κατά τους υπολογισμούς της Στατιστικής Υπηρεσίας, η μείωση του πληθυσμού της χώρας κατά τη διάρκεια του πολέμου ανέρχεται σε 1.000.000 ψυχές!
Κατά συνέπεια οι Γερμανοί αφαίρεσαν από την Ελλάδα, βίαια, χωρίς να υπολογίσουμε τις γενικότερες ζημιές που προξένησαν και για τις οποίες θα μιλήσουμε ειδικότερα πιο κάτω, τα εξής ποσά, τα οποία δεν μπορούν να υπαχθούν στις «επανορθώσεις», αλλά αποτελούν τον πλούτο της χώρας αυτής, την ίδια της την ύπαρξη. Γιατί δεν πήραν μόνο το εισόδημά της, όπως εσφαλμένα υποστήριξαν μερικοί, αλλά αυτό το ίδιο το παραγωγικό της κεφάλαιο, το τελευταίο υστέρημα που με τόσους κόπους και τόσες θυσίες είχε αποκτήσει αυτή η μικρή και φτωχή, αλλά με ηρωική ψυχή χώρα!
Τα ποσά αυτά πρέπει να μας επιστραφούν κατ’ απόλυτη προτεραιότητα σαν είδη που πάρθηκαν βίαια και ληστρικά, γιατί αποτελούν καθαρή διαρπαγή. Τα ποσά αυτά είναι τα εξής:

Οι «πιστώσεις» που πήραν από την Τράπεζα της Ελλάδας οι Γερμανοί και οι Ιταλοί μαζί με τα έξοδα, που πληρώθηκαν για λογαριασμό τους από το Ελληνικό Κράτος
210
εκατομ.
δολάρια
Αξία προϊόντων εγχώριας παραγωγής που πάρθηκαν με κλήριγκ και απ’ ευθείας από τις στρατιωτικές αρχές και τα οποία φθάνουν τα
198
εκατομ.δολ.
Αποθέματα που διαρπάγησαν (με κατάσχεση) από το Κράτος, δίχως καμία πληρωμή
40
εκατομ.δολ.
Αξία επίπλων, πολύτιμων μετάλλων, κοσμημάτων και έργων τέχνης που διαρπάγησαν
80
εκατομ. δολ

Σύνολο
528
εκατομ. δολ

Εδώ υπάρχει χωρίς αμφιβολία ένα κενό ακόμα. Είναι εκείνα που μας αφαίρεσαν πιο βίαια ακόμα οι Βούλγαροι από τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Δυστυχώς δεν έχουμε ακριβή στοιχεία και ούτε φαίνεται πως το Κράτος ενδιαφέρθηκε ποτέ να μάθει ακριβώς τι του έχουν αφαιρέσει!
Είδαμε λοιπόν, ότι σύμφωνα με τους μετριοπαθείς υπολογισμούς του καθηγητή Α. Αγγελόπουλου, τον ελάχιστο εθνικό πλούτο που μας αφαίρεσαν με τη βία και με ληστρικό τρόπο οι κατακτητές, και ο οποίος δεν έχει σχέση με τις λεγόμενες «επανορθώσεις» να ανέρχεται στα 528.000.000 δολάρια.
Εκτός όμως από τη συστηματική αυτή ληστεία, ο εχθρός προξένησε τεράστιες καταστροφές στη χώρα, στον υλικό και τεχνικό της πλούτο και στο γενικότερό της οικονομικό εξοπλισμό. Τα ποσά αυτά είναι εκείνα που χαρακτηρίζουμε ως «επανορθώσεις».
Οι υπολογισμοί του κ. Μπακάλμπαση (πρώην υπουργού Γεωργίας) αναφέρονται σε όλες τις πολεμικές ζημιές, τις οποίες εκτιμά, με στοιχεία που έχει συγκεντρώσει από διάφορες υπηρεσίες. Την αποτίμηση των ζημιών ο κ. Μπακάλμπασης δίνει σε αριθμό μέσων ημερομισθίων, τα οποία παίρνει και χρησιμοποιεί ως μονάδα μέτρησης, και τα οποία ύστερα τα μετατρέπει σε χρυσές λίρες Αγγλίας. Από αυτούς τους υπολογισμούς έχουμε συγκεντρωτικά τα εξής δεδομένα για τις πολεμικές ζημιές:

Ζημιές τεχνικού πλούτου (κτήρια, κοινωφελή έργα, οχήματα κτλ)
766 εκ. ημερομ.
Ζημιές γεωργικού πλούτου
436 εκ. ημερομ.
Ζημιές έργων και μέσων ασφαλείας της χώρας
120 εκ. ημερομ
Σύνολο
1322 εκ. ημερομ

που αν υπολογίσουμε με την αξία του μέσου ημερομισθίου εκείνης της εποχής προς 2 ½ δολάρια, έχουμε ως σύνολο ζημιών 3172 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά συνέπεια η Ελλάδα, δίχως να υπολογίσουμε τις γενικότερες ζημιές που έπαθε η χώρα λόγω του πολέμου, όπως είναι η μείωση του εθνικού εισοδήματος κατά τη διάρκεια της κατοχής και μέχρις ότου ανακάμψει και πάλι η παραγωγή της χώρας και η ανεκτίμητη απώλεια του έμψυχου της υλικού, θα πρέπει να αξιώσει να της αποδοθούν τουλάχιστον:
α) κατ’ απόλυτη προτεραιότητα τα ποσά τα οποία αφαιρέθηκαν από τον ελληνικό λαό και ανέρχονται όπως είδαμε σε 528.000.000 δολάρια και
β) τα ποσά εκείνα που θα χρειαστούν για την επανόρθωση των ζημιών του υλικού πλούτου της χώρας, ζημιών τις οποίες προξένησαν οι επιδρομείς και που τα ποσά τους φθάνουν στα 3.172 εκατομμύρια δολάρια, χωρίς να συνυπολογίσουμε τις καταστροφές που έγιναν από τους Βούλγαρους.
Συνολικά δηλαδή οι οικονομικές αξιώσεις που έχει δικαίωμα να διεκδικήσει η χώρα μας και που σύμφωνα με το δίκαιο και την ηθική πρέπει να της αναγνωριστούν, έφθαναν τα 3.700 εκατομμύρια δολάρια, σε τιμές της εποχής που έγινε η αποτίμηση. Για τη σημερινή κατά προσέγγιση αξία θα πρέπει να ακολουθηθούν ιδιαίτερες μέθοδοι αποπληθωροποίησης και αντιστοιχίας σε σύγχρονες αξίες, συμπεριλαμβα- νομένων και των νόμιμων τόκων. Είναι προφανές όμως ότι αν μας επιστρεφόταν αυτός ο καταληστευμένος εθνικός μας πλούτος, η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας θα ήταν σε πολύ καλύτερη μοίρα!
Τον αριθμό αυτό των ζημιών, δίνουμε, φυσικά, με κάθε επιφύλαξη γιατί δεν υπάρχουν απολύτως εξακριβωμένα στοιχεία για τον υπολογισμό των πολεμικών ζημιών. Εκείνο που μπορεί κανείς να πει είναι, ότι ο αριθμός αυτός βρίσκεται κοντά στην πραγματικότητα και ότι οι ακριβείς πολεμικές ζημιές μπορεί να είναι μάλλον περισσότερες παρά λιγότερες!
Βεβαίως στην χρηματική αποτίμηση των ζημιών της Ελλάδας από τον πόλεμο ΔΕΝ συμπεριλαμβάνουμε τη σημαντικότερη απώλεια που είναι οι ανθρώπινες ζωές, γιατί θεωρούμε ότι είναι ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΕΣ, και η προσπάθεια μιας τέτοιας αποτίμησης θα αποτελούσε ασέβεια προς τους νεκρούς.
Αυτές εν ολίγοις είναι οι διαπιστώσεις που μπορεί να κάνει κανείς με την ιδιότητα του οικονομολόγου, ερευνώντας τα διαθέσιμα στοιχεία εκείνης της μαύρης εποχής.
Ως διεθνολόγος όμως γνωρίζω, ότι στη σκακιέρα της διπλωματίας, η «κατά μέτωπο επίθεση» δεν αποτελεί πάντοτε την καλύτερη τακτική για τη διεκδίκηση των εθνικών συμφερόντων. Η πολιτική συγκυρία πολλές φορές απαιτεί διπλωματικούς ελιγμούς και ανακατατάξεις των προτεραιοτήτων, προς αναμονή ευνοϊκότερων συνθηκών. Ας αιτιολογήσουμε λοιπόν με αυτό το επιχείρημα τη «χλιαρή» έως ανύπαρκτη διεκδίκηση του κλεμμένου εθνικού μας πλούτου, που δυστυχώς μέχρι σήμερα επέδειξαν όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις της Ελλάδας.
Ας ελπίσουμε ότι δε θα πάψουμε να υπενθυμίζουμε στην ευημερεύουσα σήμερα Γερμανία ότι έχει ένα Μεγάλο Χρέος τιμής απέναντι στη μικρή αλλά ηρωική Ελλάδα και το οποίο πρέπει να ξεπληρώσει, αν θέλει να πείσει για την ειλικρινή μεταμέλειά της για τα εγκλήματα που διέπραξε και ότι πλέον σέβεται και περιφρουρεί τη διεθνή νομιμότητα.
Η διεκδίκησή αυτή αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής προς τους παππούδες και τους πατεράδες μας που θυσιάστηκαν για την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ευημερία του λαού μας



Βιβλιογραφία

1. Αγγελόπουλος Α. Θ. : «Οικονομικά», τόμος Α’, εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 1974
2. Αγγελόπουλος Α. Θ. : «Το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδος», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1946
3. «Ικανοποιούμεν προθύμως τας αξιώσεις των άλλων, αλλά παραμελούμεν τας ιδικάς μας διεκδικήσεις…», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Το Βήμα» 18/11/1962
4. «Η Πίστις πρέπει να είναι ενιαία», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Νέα Οικονομία» Νοέμβριος 1962
5. «Μία πρόταση για τη ρύθμιση του δημόσιου χρέους», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Το Βήμα» 16/6/ι962
6. «Το πρόβλημα του δημοσίου χρέους», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Νέα Οικονομία», Σεπτέμβριος 1954
7. «Η ρύθμιση του παλιού Δημόσιου Χρέους», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Το Βήμα» 26/8/1960
8. «Ο πληθωρισμός, ο νόμος 18/44 και το πρόβλημα της πίστεως», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Το Βήμα» 25/7/1962
9. «Τα δάνεια της Ελλάδος προς τη Γερμανία και την Ιταλία», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Νέα Οικονομία», Μάιος 1964
10. «Τα 400 εκατ, δολλ. που οφείλουν η Γερμανία και η Ιταλία εις την Ελλάδα», άρθρο του Α. Θ. Αγγελόπουλου στην εφ. «Το Βήμα» 17/4/1964
11. Επιστολή του Σπ. Χατζηκυριάκου (Διοικητή της Τ.τ.Ε. κατά τη διάρκεια της Κατοχής) στην εφ. «Το Βήμα» 22/4/1964
12. Έκθεση του Α. Θ. Αγγελόπουλου προς το υπουργείο Εξωτερικών, 26/9/1964
13. Μελέτη του καθ. Α. Θ. Αγγελόπουλου για τις επιπτώσεις του πληθωρισμού στην Ελλάδα, στο Διεθνές Στατιστικό Συνέδριο, Ουάσινγκτον 1947.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 1997

Αναζητώντας την Αλήθεια

 


...«Είναι πολύ όμορφο να εξαϋλώνεσαι, να αποβάλεις το ανθρώπινο κορμί σου και αιωρούμενος στους αιθέρες να παρατηρείς από ψηλά όλο το φάσμα της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους. Εκεί ψηλά, απαλλαγμένος από τις δεισιδαιμονίες που δεσμεύουν τους ανθρώπους, σαν να μην ανήκεις στο σινάφι αυτό, αφήνεις τη σκέψη σου να τρέξει σε απέραντα, απάτητα λιβάδια, που από τα αρχέγονα χρόνια είναι απαγορευμένα αυστηρά, για τους κοινούς θνητούς. Από ψηλά η θέα είναι καλύτερη, δεν σε εμποδίζουν οι τοίχοι του λαβίρνυθου, που τόσο σε μπερδεύουν, ενώ πατάς τα πόδια σου στη γη.»...

 Βλέποντας λοιπόν σα μια συνέχεια το ρουν της Ιστορίας, διαπιστώνεις ότι ανέκαθεν ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια διαρκή  Αναζήτηση. Ψάχνει να εξηγήσει το μυστήριο της ύπαρξής του. Στην προσπάθειά του αυτή, απογοητευμένος που δεν μπορεί να δώσει κάποια λογική εξήγηση, δημιουργεί δοξασίες που τις επιβάλλει στον εαυτό του και στους συγχρόνους του, πιστεύοντας ότι κατέχει τη Μία και Μοναδική Αλήθεια.

Την Αλήθεια αυτή την ονομάζει Θεό.

 Πολλοί θεοί πέρασαν, κατά το διάβα των αιώνων, από το πάνθεον της ανθρωπότητας. Η ανασφάλεια και το έλλειμμα γνώσεων που κάθε φορά διαπιστώνει ο άνθρωπος, όταν συναντά ένα φαινόμενο που αδυνατεί να εξηγήσει, με το εκάστοτε επίπεδο γνώσεων που διαθέτει, τον ωθούν να πλάσει με τη φαντασία του μιαν Αιτία, έναν Θεό, μια Ανώτερη Δύναμη, στην οποία χρεώνει την ύπαρξη όλων αυτών των ανεξήγητων [προς το παρόν] φαινομένων και καταστάσεων. Ανάλογα με την ανάπτυξη του γνωσιολογικού και πολιτισμικού του επιπέδου, οι θεοί που κάθε φορά “διορίζει” ο άνθρωπος, έχουν διάφορες μορφές.

Στις πρωτόγονες εποχές, όπου το γνωσιολογικό επίπεδο του ανθρώπου ήταν συγκριτικά χαμηλώτερο, ο άνθρωπος “βάπτιζε” θεούς διάφορα φυσικά φαινόμενα που του έκαναν εντύπωση και του προκαλούσαν δέος (όπως παραδείγματος χάριν έναν κεραυνό ή ένα τεράστιο και δυνατό ζώο). Άλλες πάλι φορές, το ρόλο του θεού έπαιζαν φυσικά φαινόμενα τα οποία είχαν γι’ αυτόν ζωτική σημασία (όπως ένας ποταμός, ή η τιθασευμένη φωτιά).

Με τη συνεχή βελτίωση του γνωσιολογικού πεδίου η έννοια του θεού συνεχώς αναβαθμίζεται, γίνεται πιο σύνθετη και εναρμονίζεται κάθε φορά με την κυρίαρχη ιδεολογία της εκάστοτε κοινωνίας. Με την πάροδο των αιώνων οι θεοί μεταλλάσσονται, παίρνουν διάφορες μορφές και όψεις. Η θεωρητική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται κάθε φορά ένας θεός, δηλαδή η θρησκεία, ποικίλει και αυτή ανάλογα με τις συνθήκες. Η εκάστοτε θρησκεία πλασάρει κάθε φορά ένα πακέτο ηθικών, κοινωνικών και άλλων, φιλοσοφικής φύσεως, αξιών, που χαρακτηρίζουν την κυρίαρχη ιδεολογία της συγκεκριμένης κοινωνίας, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Για παράδειγμα στο χώρο της Ελληνικής κοινωνίας αναπτύχθηκαν κατά καιρούς διάφορες θρησκείες με διαφορετικές φιλοσοφικές αξίες, βάσει των οποίων λειτούργησε η κοινωνία κατά τη διάρκεια της άνθησής τους. Οι πιο πρόσφατες επικρατούσες θρησκείες στους Έλληνες ήταν το Δωδεκάθεο του Ολύμπου και η χριστιανική Ορθοδοξία. 

          Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θρησκεία, (επειδή ακριβώς σχετίζεται με το αίσθημα αδυναμίας που νιώθει ο άνθρωπος, όταν δεν μπορεί, βάσει του επιπέδου γνώσεών του, να εξηγήσει κάποια φαινόμενα), ασκεί εξουσία επάνω στους πιστούς της, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό,  ώστε οι πιστοί να εκτελούν  αδιαμαρτύρητα  ότι τους προστάζουν οι θρησκευτικοί τους ηγέτες. Αυτό αποδεικνύεται εύκολα αν αναλογιστούμε πόσες ανθρωποθυσίες γίνανε (και γίνονται ακόμη και σήμερα), με τις ευλογίες των διάφορων θρησκειών. Και όταν λέω ανθρωποθυσίες, δεν εννοώ μόνο τις γνωστές ιεροτελεστίες των «βάρβαρων» θρησκειών του παρελθόντος ή των ημιάγριων φυλών της Αφρικής. Εννοώ και τα πεπραγμένα της  Καθολικής Ιεράς Εξέτασης του μεσαίωνα, και  τις  «ένδοξες» Σταυροφορίες, και τις «αγαθές» Ιεραποστολές διαφόρων θρησκειών στους πεινασμένους της Αφρικής, ιεραποστολές του τύπου «αν γίνεις π.χ. χριστιανός σε βοηθάω, αλλιώς....», αλλά και τους αμέτρητους  πολέμους που έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται στο όνομα κάποιου «πανάγαθου» θεού. Ενδεικτικά αναφέρω μόνο τις σφαγές των μουσουλμάνων  εναντίον των άπιστων στο όνομα του Αλλάχ, τους αλληλοσκοτωμούς των Ορθόδοξων Σέρβων και των Καθολικών Κροατών ή των ακόμη πιο «πολιτισμένων» Καθολικών και  Προτεσταντών της Ιρλανδίας.

          Και όλα αυτά γίνονται σε συνεννόηση των υψηλά ιστάμενων της θρησκείας  με τους ισχυρούς του χρήματος και της πολιτικής. Αν οι δύο τελευταίες κατηγορίες ισχυρών κατέχουν υλική και θεσμική εξουσία αντίστοιχα, οι ιεράρχες κατέχουν την απόλυτη πνευματική εξουσία στην ψυχή των ανθρώπων.

          Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφερθώ σε εκείνους που αποκαλούνται άθεοι. Στην ουσία δε διαφέρουν σε τίποτα από αυτούς που πιστεύουν σε κάποιο θεό. Οι άνθρωποι αυτοί δεν αναγνωρίζουν, απλώς, κάποιον από τους υπάρχοντες θεούς και υποστηρίζουν ότι τα πάντα είναι τυχαία ή ότι δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος δημιουργός του κόσμου. Δηλαδή, με τον δικό τους τρόπο δίνουν  κι αυτοί μιαν εξήγηση στο αρχέγονο ερώτημα της Ύπαρξής μας. Εδώ όμως ακριβώς βρίσκεται και το λάθος τους. Πως μπορούμε να κάνουμε διάφορες υποθέσεις, σχετικά με την ύπαρξη θεού ή όχι, όταν το επίπεδο των γνώσεών μας δεν μπορεί να αποδείξει ούτε την ύπαρξη, αλλά ούτε και την απουσία του θεού;

Μην περιμένετε από μένα να προτείνω μία ακόμη λύση στο Μέγα Ζήτημα της ύπαρξης θεού ή όχι. Έχω την συναίσθηση, ότι το μόνο που μπορώ να κάνω είναι, να μελετώ και να διαπιστώνω την αφέλεια (;) όσων νομίζουν ότι κατέχουν την Αλήθεια, προσποιούμενος ότι πιστεύω κάποια απ’ όλες αυτές, τις εφήμερες και ευτελείς Αλήθειες. Ελπίζω ότι ίσως στο μέλλον να μπορέσω να δώσω τη σωστή απάντηση· ίσως όμως κι όχι! Προς το παρόν, μελετώ για πολλοστή φορά την Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη.

ΕΝ ΟΙΔΑ, ΟΤΙ ΟΥΔΕΝ ΟΙΔΑ : πόσο δίκιο είχε ο Σωκράτης!!!  

Τετάρτη 7 Αυγούστου 1991

ΕΠΕΝΔΥΣΤΕ ΣΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ

 


Το κείμενο αυτό έχει  δημοσιευτεί στις εφημερίδες
«Ημερήσιος Κήρυκας» (7Αυγούστου 1991) 
και «Ελευθερία» (11 Αυγούστου 1991).


 

 


Σ

ύμφωνα  με την άποψη των μαρξιστών φιλοσόφων, ο καπιταλισμός βρίσκεται στο κρατικομονοπωλειακό στάδιο ή στο στάδιο του ιμπεριαλισμού. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου, είναι ο κορεσμός σχεδόν όλων των αγορών της Δύσης. Οι μεγάλες ανά τω κόσμω επιχειρήσεις, άρχισαν να προβληματίζονται για την ανεύρεση νέων, παρθένων αγορών, στις οποίες θα μπορέσουν να διαθέσουν όχι μόνο τα προϊόντα της παραγωγής τους, αλλά να επενδύσουν τα αδιάθετα κεφάλαιά τους κατά τον παραγωγικότερο τρόπο. Τη λύση σ’ αυτό το ζωτικό πρόβλημα ήρθαν να υποδείξουν οι εξελίξεις στο πολιτικό - οικονομικό γίγνεσθαι του Ανατολικού Μπλοκ στην Ευρώπη.

          Αιτία αυτών των εξελίξεων ήταν οι αλλαγές στην ιδεολογική, οικονομική και πολιτική πρακτική του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, που αποτελεί επίκεντρο επηρεασμού όλων των κομμουνιστικών κομμάτων της υφηλίου. Η περεστρόικα (αναδόμηση) της Σοβιετικής κοινωνίας με τις προεκτάσεις της και στις άλλες ανατολικές χώρες κυρίως της Ευρώπης, οφείλεται κατά κύριο λόγο –πέρα από τα κοινωνικοπολιτικά -  και σε οικονομικής φύσεως αίτια. Η παράφορη καταπάτηση όλων των οικονομικών κανόνων λειτουργίας της αγοράς, ο σχεδιασμός οικονομικών προγραμμάτων πάνω σε ψεύτικα (για λόγους προπαγάνδας) στοιχεία και η αντικαταναλωτική και μονόπλευρη ανάπτυξη της βιομηχανίας, ήταν λάθη που οδήγησαν σε τεράστια αδιέξοδα και τα οποία λάθη, κάποτε έπρεπε να πληρωθούν! Έτσι η κατάσταση στη Σοβιετική Ένωση εν έτι 1985 ήταν απαράδεκτη και κυριολεκτικά «δεν πήγαινε άλλο»!

Κατά την άποψή μου, η διαδικασία της περεστρόικα ήταν η μοναδική λύση, που απέτρεπε την εκρηκτική κατάπτωση του Σοβιετικού μοντέλου∙ κατάπτωση, την οποία έβλεπαν να έρχεται όλοι οι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες της Σοβιετικής Ένωσης, ακόμα και οι πιο συντηρητικοί. Αυτό το στοιχείο είναι που με κάνει να πιστεύω ότι μεταρρύθμιση θα γινόταν από οποιονδήποτε κι αν βρισκόταν στην εξουσία και δεν είναι αποκλειστικά υπόθεση του Μιχαήλ Σεργκέγιεβιτς Γκορμπατσόφ.

Η περεστρόικα λοιπόν, έδωσε τη λύση στην αναζήτηση του καπιταλιστικού κόσμου για νέες αγορές. Μια τεράστια, παρθένα αγορά, τριακοσίων περίπου εκατομμυρίων καταναλωτών, ανοίγεται μπροστά στα πόδια των επενδυτών της Δύσης. Μια αγορά που για να κορεστεί θα χρειαστούν να περάσουν αρκετές δεκαετίες επενδυτικών δραστηριοτήτων. Η παντελής έλλειψη ποιοτικών καταναλωτικών αγαθών, καθώς επίσης και η δίψα των Σοβιετικών καταναλωτών για οποιοδήποτε καπιταλιστικό προϊόν, ενισχύουν την άποψη των Δυτικών ότι η Σοβιετική Ένωση αποτελεί μια «αγορά - χρυσωρυχείο». Αυτός είναι και ο λόγος που ο επιχειρηματικός κόσμος της Δύσης έχει στραμμένη την προσοχή του στις εξελίξεις που συντελούνται στη Σοβιετική Ένωση. Βέβαια ακόμα υπάρχουν θεσμικές δυσκολίες που είναι απαγορευτικές όχι μόνο στις ξένες αλλά και στις ντόπιες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Για παράδειγμα το «κομμουνιστικού τύπου» τραπεζικό σύστημα της ΕΣΣΔ κάθε άλλο παρά διευκολύνει τη αγορά κεφαλαίων. Ένα άλλο πρόβλημα για τις ξένες επενδύσεις είναι η – με εξωπραγματικούς όρους – μετατροπή των ρουβλιών σε συνάλλαγμα που αποθαρρύνει τις επενδύσεις καθώς επίσης και ο νόμος περί ιδιοκτησίας, που δυστυχώς εξακολουθεί να υφίσταται. Παρ’ όλα αυτά παρατηρείται μια αργή αλλά σταθερή κατεύθυνση προς τη οικονομία της αγοράς. Για παράδειγμα ο νόμος που ψηφίστηκε πρόσφατα και επιτρέπει την ίδρυση εκατό τοις εκατό ξένων επιχειρήσεων στο σοβιετικό έδαφος, σε αντίθεση με το μέχρι τώρα ισχύοντα νόμο που επέτρεπε μόνο μεικτές επιχειρήσεις των ξένων με τους Σοβιετικούς, επιβεβαιώνει αυτή την πορεία.

Ο ελληνικός επιχειρηματικός κόσμος δεν πρέπει να απουσιάσει από τις οικονομικές εξελίξεις που πρόκειται να λάβουν χώρα στη Σοβιετική Ένωση. Είναι μια μοναδική ευκαιρία για δράση, που θα επιφέρει τεράστια οφέλη όχι μόνο στις ίδιες τις επιχειρήσεις αλλά και στην ελληνική οικονομία γενικότερα. Δεν πρέπει να επαναληφθούν σφάλματα του παρελθόντος που κατέστησαν την Ελλάδα αμέτοχη στις παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις. Οι επενδύσεις στο δυναμικό της Σοβιετικής αγοράς, πιστεύω ότι μακροπρόθεσμα θα φέρουν εκπληκτικά αποτελέσματα στους τολμώντες. Ο αστείρευτος πλούτος της Σοβιετικής Ένωσης καθώς επίσης και το δαιμόνιο επιχειρηματικό πνεύμα των Ελλήνων, πιστεύω ότι αποτελούν εγγυήσεις για θετικά αποτελέσματα. Θα πρέπει όμως και η υποστήριξη από την πλευρά της κυβέρνησης να είναι κατάλληλη. Βέβαια η επίσκεψή της στην ΕΣΣΔ – αν και έγινε κάπως καθυστερημένα – σίγουρα αποτελεί θετικό βήμα. Όμως οι δραστηριότητες της κυβέρνησης θα ήταν κρίμα να περιοριστούν εκεί. Πρέπει να δοθούν στους επιχειρηματίες όσο το δυνατόν περισσότερα κίνητρα για την κατάκτηση της Σοβιετικής αγοράς. Οι ξένοι έχουν λάβει θέση εκκίνησης και περιμένουν το σύνθημα για να «εισβάλουν» στη Σοβιετική αγορά. Οι Έλληνες σίγουρα δεν θα πρέπει να λείψουν από αυτή την «εισβολή».